Τροφή στη δημοκρατία ή στη μισαλλοδοξία;
Πρέπει να δίνουμε βήμα στους εχθρούς της δημοκρατίας; Η πρόσφατη δημοσιότητα σχετικά με τις πολιτικές προθέσεις ή το συνταγματικώς επιτρεπτό εκλογικής συμμετοχής βαρυποινιτών, δίνει τροφή στη δημοκρατία; Ή μήπως δίνει τροφή στη μισαλλοδοξία και τον αυταρχισμό; Καθιστώντας μας θεατές σε μία παράσταση όπου η δική μας ανεμελιά τρέφει το αβγό του φιδιού;
Η αρετή της δημοκρατικής κοινωνίας είναι ότι είναι πλουραλιστική. Εξελίσσεται μέσα από την ελεύθερη διασταύρωση των ιδεών και των προγραμμάτων. Ασφυκτιά στην κηδεμονία. Και προϋποθέτει αυτό που οι περισσότεροι θεωρούν λάθος. Οχι μόνο διότι η δική μας ορθοδοξία μπορεί να είναι το λάθος, αλλά και διότι η αντιπαράθεση φωτίζει τη δική μας κρίση και τα αδιέξοδά της.
Δεν ισχύει όμως το ίδιο με τον εξτρεμισμό. Με τη χρήση βίας, την υποκίνηση σε μίσος και καταπίεση. Εδώ το οξυγόνο τρέφει την πυρά. Σε τι να συζητήσει μία ελεύθερη κοινωνία με τους βίαιους αρνητές της; Και εδώ φέρουν μεγάλη ευθύνη όσοι επηρεάζουν τη δημόσια σφαίρα. Στις αρχές του 1930 πανεπιστήμια και εφημερίδες στη χώρα μας διοργάνωναν συνέδρια και αφιερώματα με τίτλο «Κοινοβουλευτισμός ή δικτατορία». Ετσι, εθιστήκαμε στην πιθανότητα της εκτροπής. Οτι είναι νοητό, για κάποιους συζητήσιμο, και πάντως να ακουστούν και οι δύο απόψεις. Η συνέχεια των πραγμάτων είναι γνωστή.
Διαφορετικό ζήτημα είναι η κρατική απαγόρευση. Ο νόμος τιμωρεί την εγκληματική πράξη. Και προφυλάσσει τους θεσμούς λήψης δημόσιων αποφάσεων, όπως το Κοινοβούλιο, από τη διάβρωση. Δεν είναι όμως κηδεμόνας. Ούτε είναι θεμιτό να απαγορευθεί στην κοινωνία να γνωρίζει ποιος είναι ο κακός της εαυτός. Η λογοκρισία, όποτε εφαρμόστηκε, εξετράπη, διότι δημιουργεί ένα σύστημα ελεγχόμενου λόγου, φίλων και εχθρών. Αντίθετα, το χρέος εδώ είναι δικό μας. Της ανεξάρτητης διανόησης, των μέσων ενημέρωσης και των δημοσιογράφων. Η ανεξαρτησία θέτει ευθύνη. Ο ρόλος τους δεν είναι αυτός του αναμεταδότη. Βασική αποστολή είναι να χαράσσουν τα όρια, πέραν των οποίων αυτό που παρουσιάζεται ως συζήτηση είναι απατηλό και υποκρύπτει τη βία και το μίσος. Ακόμη και όταν αναμεταδίδουμε το θέαμα, οφείλουμε να γνωρίζουμε ότι η πολιτική βία και το μίσος, ως θέαμα, εύκολα στρέφονται εναντίον μας.
Και τι γίνεται με τα πολιτικά και κοινωνικά ζητήματα που επικαλούνται οι εξτρεμιστές; Και εδώ τα όρια είναι σαφή, αλλά διαφορετικά. Είναι μεγίστη πλάνη να συνδέουμε τον ακραίο εθνικιστικό λόγο με την προστασία κατά της εγκληματικότητας ή την προάσπιση των εθνικών δικαίων. Αυτός ανακυκλώνει τη βία και θέτει σε κίνδυνο τα εθνικά συμφέροντα. Εξίσου, είναι μέγιστη αφέλεια να απαντάμε, υποβαθμίζοντας τα ζητήματα. Η δημοκρατία είναι ισχυρή, και μπορεί να προστατεύσει πλήρως τα δικαιώματα και τα συμφέροντα των πολιτών της, όχι όταν συνομιλεί με το έρεβος. Αλλά όταν ελεύθεροι και ίσοι πολίτες συνομιλούν μεταξύ τους, σεβόμενοι την ελευθερία και την ισότητα του συνομιλητή τους.
Ο Νίκος Παπασπύρου είναι αναπλ. καθηγητής και διευθυντής του εργαστηρίου συνταγματικών ερευνών στη Νομική Σχολή (ΕΚΠΑ).