Добавить новость


World News in Greek


Новости сегодня

Новости от TheMoneytizer

Η Γερμανία συγκροτεί «μέτωπο των φειδωλών» για να κόψει εκατοντάδες δισεκατομμύρια από τον προϋπολογισμό της ΕΕ

Ta Nea 

Μία από τις σημαντικότερες δημοσιονομικές συγκρούσεις στην ιστορία της Ευρωπαϊκής Ένωσης βρίσκεται πλέον σε πλήρη εξέλιξη, καθώς η Γερμανία συγκροτεί μαζί με πέντε ακόμη χώρες ένα ισχυρό μέτωπο χωρών-καθαρών συνεισφορών, με στόχο να περιορίσει κατά αρκετές εκατοντάδες δισεκατομμύρια ευρώ τον επόμενο πολυετή προϋπολογισμό της Ένωσης. Η αντιπαράθεση αφορά το δημοσιονομικό πλαίσιο της περιόδου 2028-2034 και φέρνει αντιμέτωπες δύο διαφορετικές αντιλήψεις για το μέλλον της Ευρώπης: από τη μία πλευρά, τις χώρες που θεωρούν ότι η Ένωση πρέπει να αποκτήσει πολύ περισσότερους πόρους για άμυνα, ανταγωνιστικότητα, τεχνολογία, μετανάστευση και γεωπολιτική ισχύ και, από την άλλη, εκείνες που υποστηρίζουν ότι η Ευρώπη δεν μπορεί να αυξάνει συνεχώς τις κοινές δαπάνες την ώρα που τα εθνικά κράτη αντιμετωπίζουν υψηλά ελλείμματα, αυξανόμενο χρέος και αυξημένες ανάγκες για χρηματοδότηση της δικής τους άμυνας.

Στην καρδιά της νέας συμμαχίας βρίσκεται η Γερμανία του καγκελαρίου Φρίντριχ Μερτς, η οποία έχει ενώσει τις δυνάμεις της με την Ολλανδία, τη Δανία, την Αυστρία, τη Φινλανδία και τη Σουηδία. Οι έξι χώρες έχουν ζητήσει από κοινού να μειωθεί σημαντικά η πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τον επόμενο μακροπρόθεσμο προϋπολογισμό. Η πρόταση των Βρυξελλών κινείται κοντά στα 2 τρισ. ευρώ σε ονομαστικούς όρους, ενώ σε όρους πραγματικής αξίας διαμορφώνεται περίπου στα 1,76 τρισ. ευρώ. Το γερμανικό αίτημα που έχει γίνει γνωστό κινείται γύρω από περικοπή περίπου 400 δισ. ευρώ, δηλαδή περίπου το ένα πέμπτο της πρότασης της Επιτροπής. Οι έξι χώρες, πάντως, μιλούν συνολικά για μείωση «αρκετών εκατοντάδων δισεκατομμυρίων», αφήνοντας ανοιχτό το ακριβές ύψος της περικοπής που θα αποτελέσει αντικείμενο της διαπραγμάτευσης.

Η πολιτική σημασία της συμμαχίας είναι τεράστια. Οι έξι χώρες δεν αποτελούν απλώς μία ομάδα κρατών με παρόμοιες δημοσιονομικές απόψεις. Συγκεντρώνουν περίπου το 40% της χρηματοδοτικής βάσης του ευρωπαϊκού προϋπολογισμού και ως εκ τούτου έχουν ιδιαίτερο βάρος στη συζήτηση για το πόσα χρήματα μπορεί να διαθέσει η Ένωση και από πού θα προέλθουν. Το μήνυμά τους είναι ότι δεν μπορεί να ζητείται από τους μεγαλύτερους καθαρούς χρηματοδότες να καταβάλουν ολοένα περισσότερα, την ίδια στιγμή που οι ίδιες οι εθνικές κυβερνήσεις προσπαθούν να περιορίσουν τις δημόσιες δαπάνες ή να χρηματοδοτήσουν νέες προτεραιότητες, κυρίως στον τομέα της άμυνας.

Η διαμάχη δεν αφορά επομένως απλώς ένα λογιστικό μέγεθος. Αφορά το μοντέλο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την επόμενη δεκαετία. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει προτείνει έναν προϋπολογισμό πολύ μεγαλύτερο από τον προηγούμενο, προκειμένου να χρηματοδοτήσει νέες στρατηγικές ανάγκες. Η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με τον πόλεμο στην Ουκρανία, την ανάγκη ενίσχυσης των αμυντικών της δυνατοτήτων, την αυξανόμενη οικονομική και τεχνολογική πίεση από τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Κίνα, την ενεργειακή ασφάλεια, τη μετανάστευση, την πράσινη μετάβαση και την ανάγκη να ανακτήσει ανταγωνιστικότητα σε κρίσιμους κλάδους. Όλες αυτές οι προτεραιότητες απαιτούν περισσότερους πόρους. Το ερώτημα είναι ποιος θα πληρώσει.

Ακριβώς εδώ βρίσκεται η βασική ένσταση του Βερολίνου. Η γερμανική κυβέρνηση θεωρεί ότι η Ευρώπη πρέπει να γίνει ισχυρότερη, αλλά όχι μέσα από έναν ανεξέλεγκτο διογκούμενο κοινοτικό προϋπολογισμό. Ο Μερτς επιχειρεί να συνδέσει τη δημοσιονομική πειθαρχία σε εθνικό επίπεδο με τη δημοσιονομική πειθαρχία σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Η λογική είναι ότι εάν τα κράτη-μέλη καλούνται να προχωρήσουν σε δύσκολες επιλογές για τα δικά τους δημόσια οικονομικά, δεν μπορεί η Ευρωπαϊκή Ένωση να κινηθεί προς την αντίθετη κατεύθυνση, δημιουργώντας ένα ολοένα μεγαλύτερο κοινό ταμείο.

Το γερμανικό επιχείρημα έχει ιδιαίτερη βαρύτητα επειδή η ίδια η Γερμανία έχει μεταβάλει δραστικά τις δημοσιονομικές της προτεραιότητες. Η χώρα πρέπει να αυξήσει τις αμυντικές δαπάνες, να επενδύσει σε υποδομές και να ανακτήσει τη βιομηχανική της ανταγωνιστικότητα, ενώ παράλληλα αντιμετωπίζει χαμηλή ανάπτυξη και σημαντικές πιέσεις στο δημόσιο ταμείο. Το Βερολίνο θεωρεί ότι μεγάλο μέρος των νέων ευρωπαϊκών αναγκών μπορεί να καλυφθεί μέσα από την καλύτερη αξιοποίηση των υφιστάμενων πόρων και όχι κατ’ ανάγκη μέσα από μια μεγάλη αύξηση του συνολικού προϋπολογισμού.

Η θέση αυτή φέρνει τους «φειδωλούς» απέναντι σε μία ομάδα χωρών που έχει διαφορετική αντίληψη. Στον αντίποδα βρίσκονται κυρίως τα κράτη που επωφελούνται περισσότερο από τις πολιτικές συνοχής και τα ευρωπαϊκά επενδυτικά προγράμματα. Για τις χώρες αυτές, ένας μικρότερος προϋπολογισμός θα μπορούσε να σημαίνει λιγότερα διαθέσιμα κονδύλια για υποδομές, περιφερειακή ανάπτυξη, αγροτική πολιτική και επενδύσεις. Η Ισπανία, μεταξύ άλλων, βρίσκεται στην πλευρά των χωρών που υποστηρίζουν έναν πιο φιλόδοξο κοινοτικό προϋπολογισμό.

Η σύγκρουση αποκτά ιδιαίτερη ένταση επειδή η πρόταση της Επιτροπής δεν είναι απλώς μεγαλύτερη σε μέγεθος. Προβλέπει και βαθιά αναδιάρθρωση του τρόπου με τον οποίο κατανέμονται οι ευρωπαϊκοί πόροι. Στο σχέδιο περιλαμβάνονται μεγάλα εθνικά και περιφερειακά επενδυτικά προγράμματα, ένας ισχυρότερος μηχανισμός για την ανταγωνιστικότητα, πόροι για την εξωτερική πολιτική και τη διεύρυνση, αλλά και ειδικές προβλέψεις για την Ουκρανία. Η Επιτροπή επιχειρεί να μετατρέψει τον προϋπολογισμό σε εργαλείο στρατηγικής ισχύος, και όχι απλώς σε μηχανισμό αναδιανομής πόρων μεταξύ κρατών.

Στο νέο δημοσιονομικό μοντέλο, σημαντικό μέρος των κονδυλίων θα συνδέεται περισσότερο με μεταρρυθμίσεις και συγκεκριμένα ορόσημα που θα πρέπει να επιτυγχάνουν τα κράτη-μέλη. Πρόκειται για μία αλλαγή που έχει ήδη προκαλέσει αντιδράσεις, καθώς μειώνει την παραδοσιακή αυτονομία των κρατών στον τρόπο με τον οποίο αξιοποιούν ορισμένα ευρωπαϊκά κονδύλια και ενισχύει τον ρόλο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στην έγκριση και παρακολούθηση των εθνικών σχεδίων.

Η γεωργία και η πολιτική συνοχής αποτελούν δύο από τα μεγαλύτερα πεδία της μάχης. Για πολλές χώρες της Κεντρικής, Ανατολικής και Νότιας Ευρώπης, τα δύο αυτά πεδία αποτελούν τον πυρήνα της ευρωπαϊκής αλληλεγγύης. Για τις πλουσιότερες χώρες, όμως, οι οποίες καταβάλλουν περισσότερα στον κοινοτικό προϋπολογισμό από όσα λαμβάνουν, υπάρχει αυξανόμενη πίεση για να κατευθυνθούν περισσότεροι πόροι σε νέες προτεραιότητες, όπως η άμυνα, η τεχνολογία και η ανταγωνιστικότητα. Η συμμαχία των έξι υποστηρίζει ότι όλες οι κατηγορίες δαπανών πρέπει να συμμετάσχουν στην προσπάθεια εξοικονόμησης.

Αυτό σημαίνει ότι η σύγκρουση δεν θα περιοριστεί στο συνολικό ύψος του προϋπολογισμού. Ακόμη και εάν υπάρξει συμφωνία για ένα ποσό μικρότερο από την αρχική πρόταση της Επιτροπής, η πραγματική μάχη θα αφορά το ποιος θα χάσει και ποιος θα κερδίσει μέσα σε αυτό το νέο πλαίσιο.

Οι «φειδωλοί» θέλουν να μετατοπίσουν το κέντρο βάρους προς την άμυνα, την ασφάλεια, τον έλεγχο της μετανάστευσης, την ανταγωνιστικότητα και την οικονομική κυριαρχία της Ευρώπης. Υποστηρίζουν παράλληλα ότι η Ένωση δεν πρέπει να δημιουργήσει νέο μηχανισμό κοινού δανεισμού. Η θέση αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική, καθώς η εμπειρία του Ταμείου Ανάκαμψης μετά την πανδημία δημιούργησε ένα προηγούμενο για κοινό ευρωπαϊκό δανεισμό. Η Γερμανία και οι σύμμαχοί της δεν επιθυμούν αυτό το προσωρινό εργαλείο να μετατραπεί σε μόνιμο μοντέλο χρηματοδότησης των ευρωπαϊκών πολιτικών.

Το ζήτημα του κοινού δανεισμού είναι ίσως το βαθύτερο ιδεολογικό σημείο της διαμάχης. Για τις χώρες που υποστηρίζουν μεγαλύτερη ευρωπαϊκή δημοσιονομική ισχύ, η δυνατότητα κοινής χρηματοδότησης μπορεί να αποτελέσει εργαλείο για μεγάλες επενδύσεις που κανένα κράτος μόνο του δεν θα μπορούσε εύκολα να πραγματοποιήσει. Για τους «φειδωλούς», όμως, δημιουργεί τον κίνδυνο μιας σταδιακής μεταφοράς δημοσιονομικών αρμοδιοτήτων στις Βρυξέλλες και μιας μόνιμης αμοιβαιοποίησης χρέους.

Η Γερμανία βρίσκεται έτσι μπροστά σε ένα δύσκολο πολιτικό στοίχημα. Από τη μία πλευρά θέλει μια ισχυρότερη Ευρώπη, ιδιαίτερα σε θέματα άμυνας και οικονομικής ανταγωνιστικότητας. Από την άλλη πλευρά δεν θέλει να αναλάβει απεριόριστες νέες δημοσιονομικές υποχρεώσεις. Η θέση αυτή είναι πιθανό να επηρεάσει βαθιά τη συνολική διαπραγμάτευση, διότι χωρίς τη συγκατάθεση της μεγαλύτερης οικονομίας της Ένωσης είναι εξαιρετικά δύσκολο να δημιουργηθεί ένας προϋπολογισμός τόσο μεγάλης κλίμακας.

Η άλλη πλευρά της διαπραγμάτευσης υποστηρίζει ότι η σημερινή γεωπολιτική πραγματικότητα δικαιολογεί ακριβώς το αντίθετο. Η Ευρώπη δεν μπορεί να ζητά μεγαλύτερη στρατηγική αυτονομία, να αυξάνει τις αμυντικές της φιλοδοξίες, να επενδύει σε τεχνολογία, να προστατεύει τη βιομηχανία της από τον διεθνή ανταγωνισμό και παράλληλα να διατηρεί έναν προϋπολογισμό που δεν επαρκεί για αυτές τις ανάγκες. Κατά την άποψη αυτή, το πρόβλημα δεν είναι ότι ο προϋπολογισμός είναι μεγάλος, αλλά ότι οι ευρωπαϊκές φιλοδοξίες είναι πλέον πολύ μεγαλύτερες από τους διαθέσιμους πόρους.

Ακριβώς αυτή η αντίφαση θα καθορίσει τους επόμενους μήνες. Ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Αντόνιο Κόστα έχει ξεκινήσει σειρά επαφών με τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, σε μία προσπάθεια να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για συμφωνία πριν από το τέλος του 2026. Η πίεση είναι μεγάλη, καθώς ο προϋπολογισμός πρέπει να έχει συμφωνηθεί εγκαίρως ώστε να μην υπάρξει κενό χρηματοδότησης από το 2028 και μετά. Παράλληλα, το 2027 θα είναι πολιτικά εξαιρετικά φορτισμένο έτος, με σημαντικές εκλογικές αναμετρήσεις σε κράτη-μέλη, γεγονός που μπορεί να καταστήσει πολύ δυσκολότερη μια συμφωνία αργότερα.

Η στρατηγική του Κόστα είναι να αποφευχθεί μία σύγκρουση τελευταίας στιγμής. Το πρόβλημα είναι ότι οι διαφορές ανάμεσα στα κράτη δεν αφορούν απλώς τεχνικές λεπτομέρειες. Αφορούν διαφορετικές αντιλήψεις για το τι πρέπει να είναι η Ευρωπαϊκή Ένωση. Οι καθαροί συνεισφέροντες ζητούν μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα και πειθαρχία. Οι καθαροί αποδέκτες θέλουν να διατηρήσουν τις βασικές πολιτικές αναδιανομής. Οι χώρες που δίνουν προτεραιότητα στην άμυνα θέλουν περισσότερους πόρους για στρατηγικές επενδύσεις. Οι χώρες που αντιμετωπίζουν υψηλές ανάγκες ανάπτυξης δεν θέλουν να θυσιάσουν τα κονδύλια συνοχής.

Και πάνω από όλα υπάρχει το ερώτημα της χρηματοδότησης.

Εάν ο προϋπολογισμός παραμείνει κοντά στα επίπεδα που προτείνει η Επιτροπή, θα χρειαστούν περισσότεροι πόροι. Αυτό μπορεί να σημαίνει μεγαλύτερες εθνικές εισφορές ή νέες ευρωπαϊκές πηγές εσόδων. Οι τελευταίες θα μπορούσαν να περιλαμβάνουν νέες μορφές φορολόγησης ή εισφορές σε ευρωπαϊκό επίπεδο, επιλογή που συναντά αντιδράσεις από αρκετές κυβερνήσεις. Οι «φειδωλοί» προτιμούν περιορισμό των δαπανών αντί για δημιουργία νέων εσόδων.

Το ζήτημα είναι ακόμη πιο περίπλοκο επειδή η Ένωση πρέπει παράλληλα να αρχίσει να αποπληρώνει τις υποχρεώσεις που δημιουργήθηκαν από τον μηχανισμό ανάκαμψης μετά την πανδημία. Οι ευρωπαϊκές χώρες θα πρέπει να βρουν τους πόρους για την εξυπηρέτηση του κοινού χρέους που χρηματοδότησε το πρόγραμμα. Η αύξηση του κόστους δανεισμού τα προηγούμενα χρόνια έχει καταστήσει το εγχείρημα ακριβότερο από ό,τι είχε αρχικά υπολογιστεί, περιορίζοντας ακόμη περισσότερο τα περιθώρια για νέες μεγάλες κοινές χρηματοδοτήσεις.

Για τη Γερμανία, επομένως, η σημερινή μάχη έχει και μια βαθύτερη διάσταση. Το Βερολίνο επιχειρεί να αποτρέψει τη δημιουργία μιας Ευρωπαϊκής Ένωσης που θα χρηματοδοτεί ολοένα περισσότερες πολιτικές με κοινό χρήμα και κοινό χρέος. Αντίθετα, επιδιώκει μία πιο στοχευμένη Ένωση, όπου τα ευρωπαϊκά κονδύλια θα κατευθύνονται σε συγκεκριμένες στρατηγικές προτεραιότητες και οι υπόλοιπες ανάγκες θα εξακολουθούν να καλύπτονται σε εθνικό επίπεδο.

Οι αντίπαλοι αυτής της προσέγγισης φοβούνται ότι ένα τόσο αυστηρό μοντέλο θα αποδυναμώσει την ευρωπαϊκή συνοχή. Εάν μειωθούν σημαντικά τα κονδύλια για τις φτωχότερες περιφέρειες και τις αγροτικές περιοχές, οι οικονομικές ανισότητες στο εσωτερικό της Ένωσης θα μπορούσαν να διευρυνθούν. Και αυτό θα μπορούσε να έχει πολιτικές συνέπειες, ιδιαίτερα σε μία περίοδο κατά την οποία ευρωσκεπτικιστικές και εθνικιστικές πολιτικές δυνάμεις κερδίζουν έδαφος σε αρκετές χώρες.

Υπάρχει επίσης το ζήτημα της Ελλάδας. Για την Αθήνα, η μάχη αυτή έχει άμεση σημασία, διότι η χώρα είναι σημαντικός αποδέκτης ευρωπαϊκών πόρων και εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τα κοινοτικά κονδύλια για επενδύσεις σε υποδομές, περιφερειακή ανάπτυξη, αγροτική πολιτική και πράσινη και ψηφιακή μετάβαση. Μία δραστική μείωση του συνολικού προϋπολογισμού δεν σημαίνει αυτόματα αντίστοιχη μείωση των ελληνικών πόρων, όμως δημιουργεί ένα σαφώς δυσκολότερο περιβάλλον διαπραγμάτευσης. Η Ελλάδα θα πρέπει να επιδιώξει να προστατεύσει τις βασικές πολιτικές συνοχής, ενώ παράλληλα να διεκδικήσει πόρους από τις νέες ευρωπαϊκές προτεραιότητες.

Η μάχη για τον προϋπολογισμό θα είναι, επομένως, και μάχη για τη θέση της Ελλάδας στη νέα ευρωπαϊκή οικονομική αρχιτεκτονική. Η χώρα έχει πλέον ισχυρότερη δημοσιονομική εικόνα από την περίοδο της κρίσης χρέους, αλλά εξακολουθεί να έχει ανάγκη τις ευρωπαϊκές επενδύσεις για να επιταχύνει την ανάπτυξη και να μειώσει τις περιφερειακές ανισότητες.

Το πιθανότερο σενάριο είναι ότι καμία από τις δύο πλευρές δεν θα κερδίσει ολοκληρωτικά. Οι «φειδωλοί» έχουν τη δύναμη των καθαρών συνεισφορών και της Γερμανίας, αλλά οι χώρες που ζητούν μεγαλύτερο προϋπολογισμό έχουν το επιχείρημα ότι η Ευρώπη έχει αναλάβει πλέον περισσότερες στρατηγικές ευθύνες. Η τελική λύση θα χρειαστεί να συνδυάσει περιορισμό ορισμένων παραδοσιακών δαπανών με αύξηση ή προστασία των κονδυλίων για άμυνα, τεχνολογία, ανταγωνιστικότητα και ασφάλεια.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν μπορεί να επιτευχθεί αυτός ο συμβιβασμός χωρίς να δημιουργηθεί ένα νέο χάσμα Βορρά-Νότου και Βορρά-Ανατολής. Η προηγούμενη μεγάλη δημοσιονομική σύγκρουση στην Ευρώπη είχε ως επίκεντρο το χρέος και την οικονομική κρίση. Η σημερινή έχει διαφορετικό χαρακτήρα: αφορά το πόσο μακριά θέλει να προχωρήσει η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση και πόσο είναι διατεθειμένα τα κράτη-μέλη να πληρώσουν γι’ αυτήν.

Η Γερμανία έχει πλέον κάνει την πρώτη μεγάλη κίνηση. Με την ένταξη της Ολλανδίας, της Δανίας, της Αυστρίας, της Φινλανδίας και της Σουηδίας, το Βερολίνο μετατρέπει μία εθνική αντίρρηση σε οργανωμένο ευρωπαϊκό μέτωπο. Οι έξι χώρες ζητούν περικοπές εκατοντάδων δισεκατομμυρίων, απόρριψη νέου κοινού δανεισμού και μεγαλύτερη συγκέντρωση των ευρωπαϊκών πόρων σε άμυνα, ασφάλεια, ανταγωνιστικότητα και στρατηγική αυτονομία.

Απέναντί τους βρίσκεται μία πολύ διαφορετική συμμαχία χωρών που φοβάται ότι η δημοσιονομική συρρίκνωση θα πλήξει την κοινωνική και περιφερειακή συνοχή της Ένωσης. Και ανάμεσα στις δύο πλευρές βρίσκεται η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η οποία καλείται να αποδείξει ότι το φιλόδοξο σχέδιό της μπορεί να χρηματοδοτηθεί χωρίς να επιβαρύνει υπερβολικά τους εθνικούς προϋπολογισμούς.

Η τελική μάχη θα κριθεί στις Βρυξέλλες, αλλά οι αποφάσεις θα έχουν συνέπειες σε ολόκληρη την Ευρώπη για επτά ολόκληρα χρόνια. Από το ύψος του προϋπολογισμού θα εξαρτηθεί πόσα χρήματα θα κατευθυνθούν στις περιφέρειες, στη γεωργία, στις επενδύσεις, στην τεχνολογία, στην άμυνα, στη μετανάστευση και στην Ουκρανία. Θα κριθεί επίσης εάν η Ευρωπαϊκή Ένωση θα κινηθεί προς ένα ισχυρότερο κοινό δημοσιονομικό μοντέλο ή θα επιστρέψει σε μια πιο αυστηρή λογική εθνικής δημοσιονομικής ευθύνης.

Γι’ αυτό και η σύγκρουση που μόλις ξεκίνησε δεν είναι μία ακόμη διαπραγμάτευση για έναν αριθμό. Είναι μία μάχη για το ποια Ευρώπη θα υπάρξει μετά το 2027. Η Γερμανία του Μερτς θέλει να βάλει φρένο στη δημοσιονομική επέκταση και να επιβάλει την αρχή ότι κάθε νέα ευρωπαϊκή προτεραιότητα πρέπει να συνοδεύεται από αντίστοιχη εξοικονόμηση. Οι χώρες που ζητούν μεγαλύτερο προϋπολογισμό απαντούν ότι χωρίς περισσότερους κοινούς πόρους η Ευρώπη δεν μπορεί να ανταποκριθεί στις νέες γεωπολιτικές και οικονομικές προκλήσεις.

Το αποτέλεσμα της αναμέτρησης θα καθορίσει όχι μόνο το ύψος των ευρωπαϊκών δαπανών, αλλά και το ίδιο το ισοζύγιο ισχύος μέσα στην Ένωση. Και όσο πλησιάζει η προθεσμία για συμφωνία, τόσο περισσότερο η μάχη για τα εκατοντάδες δισεκατομμύρια θα μετατρέπεται σε μία από τις κεντρικότερες πολιτικές αναμετρήσεις της Ευρώπης.

Читайте на сайте


Smi24.net — ежеминутные новости с ежедневным архивом. Только у нас — все главные новости дня без политической цензуры. Абсолютно все точки зрения, трезвая аналитика, цивилизованные споры и обсуждения без взаимных обвинений и оскорблений. Помните, что не у всех точка зрения совпадает с Вашей. Уважайте мнение других, даже если Вы отстаиваете свой взгляд и свою позицию. Мы не навязываем Вам своё видение, мы даём Вам срез событий дня без цензуры и без купюр. Новости, какие они есть —онлайн с поминутным архивом по всем городам и регионам России, Украины, Белоруссии и Абхазии. Smi24.net — живые новости в живом эфире! Быстрый поиск от Smi24.net — это не только возможность первым узнать, но и преимущество сообщить срочные новости мгновенно на любом языке мира и быть услышанным тут же. В любую минуту Вы можете добавить свою новость - здесь.




Новости от наших партнёров в Вашем городе

Ria.city
Музыкальные новости
Новости России
Экология в России и мире
Спорт в России и мире
Moscow.media










Топ новостей на этот час

Rss.plus