Επί πολιτικού
To να συμπαθείς ή να αντιπαθείς κάποιον είναι φυσικά δικαίωμα του καθενός, ακόμη και των πολιτικών. To πρόβλημα δημιουργείται όταν ένας πολιτικός επιτρέπει στα προσωπικά του αισθήματα, στη χημεία που έχει ή δεν έχει με κάποιον, να επηρεάζουν την κρίση του και την αποστολή του.
Το ότι πολλά μέλη της ελληνικής κυβέρνησης αντιπαθούν τη Λάουρα Κοβέσι δεν αποτελεί μυστικό, το έδειχναν τα τελευταία χρόνια με κάθε ευκαιρία. Ο ίδιος ο Πρωθυπουργός έχει κατηγορήσει την απερχόμενη ευρωπαία εισαγγελέα για εμπλοκή στον εσωτερικό κομματικό ανταγωνισμό.
Και αν μεν το πρόβλημα είχε να κάνει με την ιδιοσυγκρασία της, τον αυθορμητισμό της, το πάθος του ανθρώπου που μεγάλωσε σε ένα κομμουνιστικό καθεστώς και έβαλε σκοπό να θεραπεύσει τις παθογένειες μιας τόσο ανομοιογενούς οικογένειας όσο η Ευρωπαϊκή Ενωση, τότε η νέα εποχή που ανοίγει με τον διάδοχό της μπορεί να είναι καλύτερη: ένας Γερμανός, έστω κι αν έχει γεννηθεί στη Χιλή, είναι θεωρητικά πιο «θεσμικός» από μια Ρουμάνα.
Μάλλον όμως δεν είναι τόσο απλά τα πράγματα. Στην τελευταία της συνέντευξη στο Politico, η Κοβέσι υποστηρίζει ότι η δυσφορία της ελληνικής κυβέρνησης συνοδεύτηκε από πιέσεις με σκοπό την «τρομοκράτηση της Εισαγγελίας».
Το πρόβλημα λοιπόν φαίνεται ότι δεν ήταν μόνο επί προσωπικού, ήταν κυρίως επί πολιτικού. Πρώτον, της καταλογίστηκε από κυβερνητικά χείλη ότι ζήτησε την άρση της ασυλίας 11 βουλευτών για το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, ενώ τελικά παραπέμφθηκαν μόνο 4. Δεύτερον, αμφισβητήθηκε επίσης από κυβερνητικά χείλη το δικαίωμά της να περιμένει να εφαρμοστεί η απόφαση του Κολεγίου της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας για πενταετή παράταση της θητείας τριών ελλήνων εντεταλμένων εισαγγελέων, κάτι που ενδεχομένως να επηρέασε την απόφαση του Δικαστικού Συμβουλίου του Αρείου Πάγου να περιορίσει την παράταση στα δύο χρόνια.
Ως προς το πρώτο, η Κοβέσι απάντησε ότι χωρίς την άρση της ασυλίας δεν μπορεί να διερευνηθούν τυχόν αδικήματα και ότι άρση ασυλίας δεν σημαίνει ενοχή. Οσο κι αν αυτό μπορεί να στρέφει τους προβολείς σε αθώους ανθρώπους, δύσκολα θα διαφωνήσει με τη συγκεκριμένη διαδικασία ο διάδοχός της. Ως προς το δεύτερο, η εισαγγελέας έχει προσφύγει στο Συμβούλιο της Επικρατείας, ελπίζοντας βασίμως ότι θα επικυρωθεί οριστικά η υπεροχή του ενωσιακού έναντι του εθνικού δικαίου. Οσο κι αν αυτό δυσαρεστεί την εθνικιστική σχολή που θεωρεί ότι πλήττεται έτσι η έννοια της κυριαρχίας, δύσκολα μπορεί να λειτουργήσει διαφορετικά ένα ευρωπαϊκό όργανο.
Η κυβέρνηση έχει τώρα δύο επιλογές. Είτε θα επιμείνει στη σκληρή της γραμμή, με την ελπίδα πως ο Αντρές Ρίτερ θα γοητευτεί από την ελληνική ψυχή και θα πάει με τα νερά μας, είτε θα δείξει εμπιστοσύνη σε έναν πολύτιμο θεσμό όπως η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θέτοντας την απονομή δικαιοσύνης πάνω από οποιοδήποτε μικροκομματικό συμφέρον. Δεν θα στοιχημάτιζα στο δεύτερο.