Οι προειδοποιήσεις της Moody’s και της Berenberg για τη Γαλλία και ο ρόλος της ΕΚΤ
Η Moody’s προειδοποιεί ότι η Γαλλία χρειάζεται «σημαντική και με διάρκεια δημοσιονομική προσπάθεια» για να σταθεροποιήσει το μεγάλο βάρος χρέους, ενώ η Berenberg εκφράζει φόβους ότι η κρίση στη χώρα το επόμενο διάστημα μπορεί να επιδεινωθεί.
Ο οίκος αξιολόγησης δεν προχώρησε την Παρασκευή σε υποβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας της δεύτερης μεγαλύτερης οικονομίας στην Ευρώπη τηρώντας στάση αναμονής, αλλά εξακολουθεί να διατηρεί τις προοπτικές αρνητικές σηματοδοτώντας ότι αυτό μπορεί να γίνει αν δεν βελτιωθούν χρέη και ελλείμματα.
Το πολιτικό αδιέξοδο ενόψει των προεδρικών εκλογών τον Απρίλιο-Μάιο του 2027 καθιστά δύσκολο για την τρέχουσα κυβέρνηση να εγκρίνει προϋπολογισμό που θα περιόριζε έστω και λίγο το δημοσιονομικό έλλειμμα το επόμενο έτος. Οι διαμαρτυρίες για το κόστος ζωής συνεχίζονται ενώ εμφανίζεται ακόμη πιο πιθανή η προοπτική δημοσιονομικής σύσφιξης υπό τη μορφή περικοπών δαπανών ή αυξήσεων φόρων, σχολίαζαν οι Τάιμς της Νέας Υόρκης.
«Η διαδικασία κατάρτισης του προϋπολογισμού για το 2027 συμπίπτει με ορισμένες από τις πιο εκτεταμένες κοινωνικές διαμαρτυρίες που έχει βιώσει η Γαλλία εδώ και πολλά χρόνια», ανέφερε ο οίκος Moody’s στη σχετική ανακοίνωση για την πιστοληπτική αξιολόγηση της Γαλλίας.
Ο Moody’s διατηρεί την αξιολόγηση της Γαλλίας εντός της επενδυτικής βαθμίδας, σε ελαφρώς υψηλότερο επίπεδο σε σχέση με τους οίκους Fitch και S&P οι οποίοι προχώρησαν σε υποβάθμιση της χώρας το 2025.
Η πρόκληση για τη Γαλλία έγκειται στο γεγονός ότι τα προβλήματά της αρχίζουν να τροφοδοτούν το ένα το άλλο, ενέχοντας τον κίνδυνο να εξελιχθούν σε μια αυτοτροφοδοτούμενο ντόμινο. Ως ένδειξη του αρνητικού κλίματος, οι επενδυτές απαιτούν σημαντικά υψηλότερα ασφάλιστρα για να δανείσουν τη Γαλλία σε σύγκριση με τη Γερμανία, η οποία θεωρείται η ασφαλέστερη επενδυτική επιλογή στην Ευρώπη. Η διαφορά (spread) μεταξύ των αποδόσεων των γαλλικών και των γερμανικών 10ετών ομολόγων βρίσκεται στο υψηλότερο επίπεδο από το 2011 —την περίοδο της κορύφωσης της κρίσης κρατικού χρέους στην Ευρωζώνη. Το χάσμα αυτό έχει διπλασιαστεί μέσα σε μόλις δύο μήνες, ρυθμός που κρίνεται ανησυχητικός. Οι αποδόσεις των ομολόγων της Γαλλίας κινούνται πάνω από το 5%.
Ο ρόλος της ΕΚΤ
Η Γαλλία είναι μεγαλύτερη και βρίσκεται σε πολύ λιγότερο απελπιστική δημοσιονομική κατάσταση από ό,τι βρισκόταν η περιφέρεια της Ευρωζώνης το 2010. Το τραπεζικό της σύστημα φαίνεται να διαθέτει επαρκή κεφαλαιακή βάση, ενώ οι μεγάλες επιχειρήσεις της μπορούν να δανείζονται με προσιτά επιτόκια, επισημαίνει η Berenberg.
Όπως επισημαίνει η γερμανική επενδυτική τράπεζα, σε περίπτωση επιδείνωσης της κρίσης, η ΕΚΤ θα μπορούσε να αξιοποιήσει τα εργαλεία που διαθέτει, όπως το «Μέσο Προστασίας Μετάδοσης» κρίσεων (Transmission Protection Instrument – TPI), προκειμένου να θωρακίσει άλλες χώρες, όπως η Ιταλία, από τον κίνδυνο επέκτασης της κρίσης. Επειδή «η ΕΚΤ δεν έχει ούτε την εντολή ούτε τη διάθεση να χρηματοδοτήσει τις δημοσιονομικές αστοχίες της Γαλλίας (…) θα στηρίξει τη Γαλλία μόνο εάν το Παρίσι επιστρέψει σε πιο βιώσιμες πολιτικές. Υπό όρους στήριξη: Όπως έδειξε η κρίση του ευρώ, η βοήθεια εντός της Ευρωζώνης συνοδεύεται από προϋποθέσεις. Η νυν πρόεδρος της ΕΚΤ, Κριστίν Λαγκάρντ, κατά πάσα πιθανότητα δεν θα προστάτευε τη Λεπέν από τις πιέσεις των αγορών. Όπως και ο πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν, αποτελεί εδώ και καιρό σφοδρή πολιτική αντίπαλο της Λεπέν. Το ίδιο θα ίσχυε και για τον διάδοχο της Λαγκάρντ, ο οποίος θα έπρεπε επίσης να εγκριθεί από τον Μακρόν», αναφέρει η Berenberg.
Αν και όταν το Παρίσι αλλάξει πορεία, μια απλή δήλωση της ΕΚΤ ότι η Γαλλία είναι πλέον επιλέξιμη για το Μέσο Προστασίας της Μετάδοσης (TPI) θα αρκούσε πιθανότατα για να επιφέρει το επιθυμητό αποτέλεσμα, χωρίς να χρειαστεί η ΕΚΤ να προχωρήσει σε αγορές γαλλικών ομολόγων, σημειώνεται.
Οι προβλέψεις της Berenberg
«Πέρα από τις πιθανές επιπτώσεις των υψηλότερων τιμών ενέργειας στην Ευρωζώνη, μια σταδιακά κλιμακούμενη κρίση στη Γαλλία κατά τους επόμενους μήνες αποτελεί μέρος της πρόβλεψής μας ότι η ανάπτυξη στην Ευρωζώνη θα επιβραδυνθεί, περιοριζόμενη σε μόλις 0,2% σε τριμηνιαία βάση, για το διάστημα από το τέταρτο τρίμηνο του 2026 έως το δεύτερο τρίμηνο του 2027.
Αυτό αναμένεται να οδηγήσει την ΕΚΤ σε στάση αναμονής το επόμενο έτος, μετά από μια αύξηση των επιτοκίων τον Δεκέμβριο του 2026. Εάν η γαλλική κρίση κλιμακωθεί σοβαρά –ενδεχόμενο που θεωρούμε πιθανό, αλλά όχι (ακόμη) επικρατέστερο σενάριο– το πλήγμα στην ανάπτυξη θα μπορούσε να είναι πολύ πιο βαρύ. Ωστόσο, μια τέτοια κρίση θα ήταν πιθανότατα βραχύβια. Όποιος κι αν κυβερνά τη Γαλλία εκείνη τη στιγμή, δεν θα έχει άλλη ρεαλιστική επιλογή από το να προχωρήσει στις απαραίτητες αλλαγές για τον άμεσο τερματισμό. Μια βαθιά και παρατεταμένη κρίση θα αποτελούσε τη χειρότερη δυνατή αρχή για τη θητεία οποιουδήποτε στη θέση του νέου Γάλλου προέδρου», καταλήγει η Berenberg.