Είμαστε όλοι τζίτζικες!
Kι αν το τζιτζίκι είχε δίκιο; Κι αν η ζωή είναι κατά βάθος ένα παιχνίδι, που η ουσία και ο στόχος του δεν είναι η νίκη (αφού ο στόχος της ζωής είναι ο θάνατος), αλλά το ίδιο το παιχνίδι; Αυτόν τον προβληματισμό αναπτύσσει ο αμερικανός φιλόσοφος Μπέρναρντ Σουτς στο βιβλίο του «Το τζιτζίκι: παιχνίδια, ζωή και ουτοπία», που πέρασε απαρατήρητο όταν εκδόθηκε το 1978, αλλά τώρα για κάποιον μυστηριώδη λόγο έρχεται και πάλι στην επιφάνεια.
Το βιβλίο ξεκινά ως μια παρωδία του «Κρίτωνα», όπου ο Πλάτων εμφανίζει τους μαθητές του Σωκράτη να τον επισκέπτονται λίγες ημέρες πριν εκτελεστεί, να τον ικετεύουν να δραπετεύσει, κι εκείνος να αρνείται λέγοντας ότι προτιμά να πεθάνει για τις ιδέες του παρά να φανεί δειλός. Στην εκδοχή του Σουτς, το τζιτζίκι λιμοκτονεί, οι μαθητές του το εκλιπαρούν να τους αφήσει να μαζέψουν τροφή και να το ταΐσουν, αλλά εκείνο αρνείται, λέγοντας ότι προτιμά να πεθάνει πιστό στην ιδέα του τραγουδιού, του παιχνιδιού και του χορού, παρά να επιτρέψει στα άλλα τζιτζίκια να γίνουν μυρμήγκια.
Ισως λοιπόν ο τζίτζικας να μην είναι τελικά ένας παλαβιάρης, ή πολύ χειρότερα ένας τεμπέλης, αλλά ένας «εργαζόμενος ουτοπιστής που δεν έχει έρθει ακόμη η εποχή του» και που αποκαλύπτει ότι η εργασιομανία «δεν είναι τίποτα περισσότερο από ένα τέχνασμα για να μη ζούμε σύμφωνα με τα ιδανικά μας». Στην πραγματικότητα είμαστε όλοι τζίτζικες, λέει ο Σουτς, με την έννοια ότι παίζουμε διάφορα σύνθετα παιχνίδια προσπαθώντας την ίδια στιγμή να πείσουμε τον εαυτό μας ότι διεκπεραιώνουμε τις καθημερινές μας υποθέσεις. Οποιαδήποτε απασχόληση ή δραστηριότητα μπορούμε να σκεφτούμε – μαραγκός, πολιτικός, φιλόσοφος, εραστής, δολοφόνος, κλέφτης, άγιος – είναι εν τέλει ένα παιχνίδι.
Ας φανταστούμε την ουτοπία, γράφει στον επίλογό του ο Σουτς, έναν μελλοντικό Παράδεισο όπου η τεχνολογία έχει λύσει όλα τα πρακτικά μας προβλήματα. Εχουμε τα καλύτερα φάρμακα, δωρεάν ενέργεια και απεριόριστους πόρους. Πώς θα περνάμε την ώρα μας; Για να μην πεθαίνουμε από τη βαρεμάρα, θα παίζουμε παιχνίδια. Αν όμως αυτό που θα κάναμε στην ουτοπία θα ήταν να παίζουμε παιχνίδια, τότε το παιχνίδι πρέπει να είναι το νόημα της ζωής.
Καθηγητής Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο της Γιούτα, ο Σι Θι Νγκουγιέν περιλαμβάνει πάντα στις διαλέξεις του το βιβλίο του Σουτς, μαζί μ’ αυτό το «αριστουργηματικά παρανοϊκό» επιχείρημα. Οταν το ακούνε οι φοιτητές, γράφει στους «Financial Times», οι αντιδράσεις τους είναι δύο ειδών. Οι μισοί ενθουσιάζονται, θεωρώντας ότι δικαιώνεται το βαθύτερο ένστικτό τους για το τι έχει τελικά σημασία στη ζωή, και οι άλλοι μισοί κοροϊδεύουν, θεωρώντας ότι πρόκειται για ένα ασόβαρο επιχείρημα που δικαιολογεί μια ασόβαρη ζωή.
Ομως ο Σουτς μιλάει απολύτως σοβαρά, λέει ο Νγκουγιέν. Εμπνευσή του είναι ο Αριστοτέλης, για τον οποίο η καλή ζωή δεν έγκειται στη συσσώρευση επιτευγμάτων, αλλά στην αρμονική ανάπτυξη των δυνατοτήτων του ανθρώπου. Το παιχνίδι δεν αποσκοπεί, ή δεν πρέπει να αποσκοπεί, σε ένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα, αλλά στην άσκηση συγκεκριμένων δεξιοτήτων. Στο ποδόσφαιρο δεν μπορείς να χρησιμοποιήσεις τα χέρια σου, άρα μαθαίνεις να ελέγχεις τα πόδια. Στην αναρρίχηση δεν μπορείς να στήσεις μια σκάλα, άρα αφοσιώνεσαι στην ισορροπία και στις λεπτές κινήσεις. Στον Μαραθώνιο δεν παίρνεις ταξί για να φτάσεις στον προορισμό σου, μαθαίνεις να τρέχεις.
Ποια είναι η διαφορά ανάμεσα στην «εργασία» και το «παιχνίδι»; Σύμφωνα με τη φεμινίστρια φιλόσοφο Μαρία Λουγκόνες, το να παίζεις σημαίνει να γλιστράς ανάμεσα σε κουλτούρες, επαγγελματικούς κόσμους και κοινωνικούς ρόλους, λαμβάνοντας υπόψη σου τους κανόνες, όχι όμως και τηρώντας τους ευλαβικά. Το αντίθετο της παιχνιδιάρικης διάθεσης, έλεγε, είναι ο δογματισμός. Για τον Μπέρναρντ Σουτς, πάλι, παιχνίδι σημαίνει να ανακατευθύνεις πόρους που συνήθως χρησιμοποιείς για να πετύχεις κάτι χρήσιμο – υλικά αγαθά, ικανότητες, ενέργεια – προς δραστηριότητες αυτοτελείς, που έχουν αξία δηλαδή από μόνες τους.
Εκ πρώτης όψεως, το παιχνίδι είναι η σπατάλη πόρων με σκοπό την ψυχαγωγία. Κατά βάθος όμως, παρατηρεί ο Σι Θι Νγκουγιέν, δεν πρόκειται για σπατάλη. Πραγματικά σπαταλημένη ζωή είναι αυτή όπου δουλεύεις σκληρά, συσσωρεύεις αγαθά σαν το μυρμήγκι και δεν τα χρησιμοποιείς ποτέ για να αντλήσεις χαρά.
Μπέρναρντ Σουτς (1925 – 2007)
Ο αληθινός παίκτης
Ενα παιχνίδι έχει τέσσερα στοιχεία, έλεγε ο Σουτς, που δίδαξε φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο του Ουότερλου από το 1966 ως το 1994: τον στόχο, τα μέσα για την επίτευξη αυτού του στόχου, τους (αναγκαστικά αυθαίρετους) κανόνες και την ψυχολογική διάθεση του παίκτη που αποδέχεται αυτούς τους κανόνες. Το να παίζεις ένα παιχνίδι «σημαίνει να αναμετριέσαι εκουσίως με περιττά εμπόδια ώστε να καθιστάς δυνατή τη μάχη για την υπέρβασή τους».
Τρεις κατηγορίες ψευδο-παικτών μπορούν να σου το χαλάσουν: οι «επιπόλαιοι», που αναγνωρίζουν τους κανόνες αλλά όχι τους στόχους, οι «ζαβολιάρηδες», που αναγνωρίζουν τους στόχους αλλά όχι τους κανόνες, και οι «σπαστικοί», που δεν αναγνωρίζουν ούτε κανόνες ούτε στόχους. Ο αληθινός παίκτης είναι εκείνος που αναγνωρίζει τόσο τους στόχους όσο και τους κανόνες – κάποιος δηλαδή που ξεκινά με παιγνιώδη διάθεση και θεωρεί ανταμοιβή του όχι να κερδίσει, αλλά να παίξει.