Αν ζούσε ο…Τζόν Κένεντι: Μελαγχολία για μία ελπίδα που χάνεται
Εντελώς φανταστική η απορία διότι σε ένανχρόνο θα συμπλήρωνε τα 110 του χρόνια. Αν ωστόσο δεν είχε δολοφονηθεί στο Ντάλας εκείνη την ημέρα του Νοεμβρίου του 1963 από τις σφαίρες του Λι Χάρβεϊ Οσβαλντ, ίσως κάποια πράγματα να ήταν διαφορετικά. Και στις ΗΠΑ, μπορεί και στον κόσμο ολόκληρο αφού ήταν, μέχρι τότε, ο πιο δημοφιλής διεθνώς πρόεδρός τους. Και μιλάμε για μία εποχή που το Διαδίκτυο δεν είχε θεμελιώσει το «παγκόσμιο χωριό». Ο Τζον Φιτζέραλντ Κένεντι όμως ήταν ο πρώτος αμερικανός πρόεδρος χολιγουντιανών προδιαγραφών, αλλά συγχρόνως και με πολύ ισχυρό πολιτικό αποτύπωμα.
Αν λοιπόν δεν είχε δολοφονηθεί εκείνη την ημέρα, πρώτα απ’ όλα δεν θα υφίσταντο κάποιοι σύγχρονοι μύθοι. Το ροζ ματωμένο Chanel ταγέρ της Τζάκι δεν θα είχε γίνει το απόλυτο legend dress ούτε θα υπήρχαν οι συγκλονιστικές φωτογραφίες της στο καπό του αυτοκινήτου. Επίσης δεν θα είχε παντρευτεί τον Αριστοτέλη Ωνάση και ο έλληνας μεγιστάνας θα έμενε με το απωθημένο. Είναι αμφίβολο αν θα είχαν καλλιεργηθεί τόσο έντονα οι φήμες περί δεσμού του Κένεντι με τη Μέριλιν Μονρό ή, τέλος πάντων, αν θα είχαμε μάθει την αλήθεια. Ο τραγικός θάνατος του γιου του Τζον Κένεντι Τζούνιορ σε ηλικία 39 ετών και της συζύγου του Καρολίν Μπεσέτ θα ήταν στη συνείδηση του κόσμου ένα τραγικό δυστύχημα και όχι το χτύπημα μιας μοίρας βγαλμένης λες από τα κιτάπια αρχαίας τραγωδίας (και η πλατφόρμα FX μπορεί να μη γύριζε το μίνι σήριαλ «Love Story» που αναφέρεται στη σχέση τους). Και ίσως το μεγαλύτερο αεροδρόμιο της Νέας Υόρκης να μη λεγόταν JFK.
Δεν θα είχαν γραφτεί και τρία ελληνικά τραγούδια – μοιρολόγια για τον θάνατό του. Ο Πέτρος Αναγνωστάκης, το 1964, τραγουδούσε: «Σκοτείνιασαν οι ουρανοί και το φεγγάρι σβήνει / εχάσαμε τον Κένεντι κι αντιλαλούν οι θρήνοι / που συγκρατούσε μες στη γη του κόσμου την ειρήνη». Και ο Μιχάλης Μενιδιάτης, σε μουσική Μανώλη Χιώτη: «Αχ Κένεντι πατέρα της ειρήνης / σε όλο τον κόσμο ζήταγες να φέρεις τη γαλήνη». Ενώ ο Βασίλης Σαλέας: «Σήκω καλέ μου Κένεντι από το μαύρο χώμα / να δεις την ανθρωπότητα που θα σε κλαίει ακόμα». Σταγόνες εν τω ωκεανώ αλλά το ότι ο θάνατός του χτύπησε τη φλέβα της λαϊκής κουλτούρας σε μια μικρή χώρα στην άλλη άκρη του πλανήτη δείχνει την επιδραστικότητά και, κυρίως, το πώς είχε καταχωρισθεί στη συνείδηση του κόσμου ως αυτός που θα διασφάλιζε την ειρήνη σε μία εποχή που ενώ οι μνήμες του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου ήταν ακόμη νωπές, είχαν αρχίσει να μουγκρίζουν οι πολεμικές μηχανές.
Λέγεται ότι μία μέρα πριν φύγει για το Ντάλας ο Κένεντι είχε ειδοποιήσει τους συνεργάτες του ότι το επόμενο θέμα τους θα ήταν η αναζήτηση λύσης για το πώς θα αποχωρήσουν από το Βιετνάμ τα αμερικανικά στρατεύματα. Και ο Ρόμπερτ Ντάλεκ, από τους κορυφαίους ιστορικούς των ΗΠΑ, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Βοστώνης και με σημαντικό συγγραφικό έργο για τη ζωή και τα έργα των αμερικανών προέδρων, έχει διατυπώσει την άποψη ότι ακόμη και αν δεν κατάφερνε να βάλει οριστικό τέλος στον πόλεμο, θα είχε πετύχει την αποκλιμάκωσή του και δεν θα έστελνε εκεί τα πολυάριθμα στρατεύματα που έστειλε ο διάδοχός του Λίντον Τζόνσον. Επίσης ο Ντάλεκ είναι βέβαιος ότι, αν ο Κένεντι είχε επιζήσει, θα είχε καταφέρει έστω και μια μερική αποκατάσταση των σχέσεων της Ουάσιγκτον με την Αβάνα. Αν όμως ο πόλεμος στο Βιετνάμ δεν είχε πάρει τις διαστάσεις που πήρε θα γεννιόταν το κίνημα των χίπις; Θα γινόταν το Γούντστοκ; Μήπως λοιπόν η δολοφονία του εκείνη την κρίσιμη εποχή δεν επέδρασσε μόνο στην παγκόσμια πολιτική σκηνή, τουλάχιστον για τα επόμενα χρόνια, αλλά και στη μουσική και την αισθητική; Η Ιστορία όμως δεν γράφεται με «αν» και «μήπως».
Ο Τζον Κένεντι ανδρώθηκε πολιτικά εν μέσω της κορύφωσης του Ψυχρού Πολέμου. Και μία από τις ιστορικές στιγμές της προεδρίας του ήταν η επίσκεψή του στο Δυτικό Βερολίνο, στις 26 Ιουνίου 1963, λίγους μήνες πριν δολοφονηθεί. Στο τέλος της ομιλίας του είπε την περίφημη φράση «Ich bine ein Berliner» («Είμαι ένας Βερολινέζος»). Επρόκειτο για μία σαφή στήριξη στη Δύση, μία δήλωση ενίσχυσης των παραδοσιακών σχέσεων μεταξύ ΗΠΑ και Ευρώπης. Ακριβώς στον αντίποδα δηλαδή της συμπεριφοράς και της «καβγαδίζω σαν το κοκόρι με όλους» τακτικής του σημερινού προέδρου.
Αν υποθέσουμε ωστόσο ότι ο Τζον Κένεντι θα ήταν παρών στις επικείμενες εκδηλώσεις για τον εορτασμό των 250 χρόνων της Αμερικανικής Ανεξαρτησίας. Τι θα αναπολούσε ο πρόεδρος που καλλιέργησε μεθοδικά την εξωστρέφεια της χώρας του; Που καλλιέργησε τη «συγγένειά» της με τον πολιτισμό της Ευρώπης; Πώς θα αισθανόταν, σε αυτή τη συμβολική επέτειο, βλέποντας τις ΗΠΑ «απομονωμένες» πολιτικά, πολιτισμικά και συναισθηματικά από τον υπόλοιπο κόσμο; Θα μπορούσε με το κύρος να του να ταρακουνήσει τον Τραμπ ή ο σημερινός πρόεδρος θα προσπαθούσε να τον ακυρώσει όπως τον Κλίντον και τον Ομπάμα; Δεν έχει σημασία. Αλλωστε στο τέλος μάλλον μία μελαγχολία θα κατακάθιζε. Από την ανάμνηση μιας εποχής όπου η υπόσχεση της ελπίδας για έναν καλύτερο κόσμο δεν ακουγόταν ως ουτοπία αλλά ως εφικτή προοπτική. Που τελικά όμως κι αυτή ουτοπία αποδείχθηκε. Αλλά ίσως η Ιστορία να γράφεται από αυτές τις εναλλαγές του ουτοπικού με το εφικτό.