Οι Κυκλάδες ξαναγράφουν τον Πρώιμο Μεσαίωνα
Ένα από τα πιο εμβληματικά μνημεία της βυζαντινής Ελλάδας, η Παναγία η Καταπολιανή στην Παροικιά της Πάρου, αλλάζει «ηλικία».
Αυτό υποστηρίζει ο προϊστάμενος της Εφορείας Αρχαιοτήτων Κυκλάδων, Δημήτριος Αθανασούλης, στο νέο του βιβλίο «Οι Κυκλάδες στον Πρώιμο Μεσαίωνα», στο οποίο συνοψίζει χρόνια έρευνας πεδίου που αφορά στην περίοδο 640-843 μ.Χ., τη μεταβατική εποχή ανάμεσα στην Ύστερη Αρχαιότητα και τον Μεσαίωνα, η οποία παλαιότερα αποκαλούνταν «Σκοτεινοί Αιώνες» του Βυζαντίου.
Η Καταπολιανή, έναν αιώνα νεότερη
Η μελέτη επικεντρώνεται, μεταξύ άλλων, στην αναχρονολόγηση δύο μνημείων-κλειδιών της Πάρου: του κάστρου της Παροικιάς και του συγκροτήματος της Παναγίας Καταπολιανής. Όπως σημειώνει ο συγγραφέας στην εισαγωγή του βιβλίου, «όσον αφορά την Πάρο, η αναχρονολόγηση του κάστρου της Παροικιάς και της Παναγίας Καταπολιανής […] αναδεικνύουν τον κεντρικό ρόλο που διαδραμάτισε το νησί» κατά τον Πρώιμο Μεσαίωνα.
Το κάστρο της Παροικιάς, που μέχρι σήμερα θεωρούνταν ενετικό κατασκεύασμα, χρονολογείται πλέον από τον αρχαιολόγο στον 7ο αιώνα: μια βυζαντινή οχύρωση χτισμένη από χιλιάδες αρχαία μαρμάρινα αρχιτεκτονικά μέλη, που είχε σκοπό να εντυπωσιάσει κάθε ταξιδιώτη που πλησίαζε το νησί από τη θάλασσα.
Για την ίδια την Καταπολιανή, ο συγγραφέας προτείνει χρονολόγηση στις πρώτες δεκαετίες του 8ου αιώνα, αντί για την παραδοσιακή σύνδεση του μνημείου με τον Ιουστινιανό Α΄ τον 6ο αιώνα. Η πρόταση βασίζεται σε συνδυασμό στοιχείων: η αρχιτεκτονική και η γλυπτική του ναού, καθώς και ευρήματα κεραμικής, παραπέμπουν σε χρόνο μετά το 700, ενώ η ζωγραφική του παρεκκλησίου του Αγίου Νικολάου δεν φέρει κανένα ίχνος εικονομαχικής τέχνης –στοιχείο που, σύμφωνα με τον Αθανασούλη, τοποθετεί τις τοιχογραφίες πριν από την επίσημη έναρξη της Εικονομαχίας. Ανάμεσα στα τεκμήρια που παραθέτει είναι θωράκια με σταυρόσχημα μονογράμματα και αποσπασματικές επιγραφές που αναφέρονται σε «βασιλέα», οι οποίες, κατά την ανάγνωσή του, ίσως κρύβουν ένα παράδειγμα damnatio memoriae – σκόπιμη διαγραφή του ονόματος ενός αρχικού κτήτορα-αυτοκράτορα, πιθανότατα του Λέοντος Γ’, ο οποίος καθιέρωσε την εικονομαχική πολιτική.
Ένα άγνωστο δίκτυο κάστρων
Η αναθεώρηση δεν αφορά μόνο την Πάρο. Το βιβλίο τεκμηριώνει ότι η Νάξος, μέχρι σήμερα γνωστή για ένα μόνο πρώιμο μεσαιωνικό κάστρο –το Απαλίρου, στα μεσόγεια του νησιού– διέθετε στην πραγματικότητα τέσσερα οχυρά: τον Καλόγερο στα βόρεια, το Ηρόκαστρο στα νότια, το Απαλίρου, και κυρίως το ίδιο το κάστρο της αρχαίας πόλης της Χώρας, που θεωρούνταν έργο των Ενετών και αποδεικνύεται –σύμφωνα με τον συγγραφέα– το σημαντικότερο βυζαντινό οχυρό του Αρχιπελάγους κατά τη μεταβατική περίοδο.
Τα δύο οχυρά της Παροναξίας (Πάρου-Νάξου) –το κάστρο της Παροικιάς και αυτό της Χώρας Νάξου– παρουσιάζονται στο βιβλίο ως τμήμα ενός ενιαίου αμυντικού και συμβολικού σχεδιασμού: χτίστηκαν με σχεδόν αποκλειστική χρήση αρχαίων μαρμάρων, ήλεγχαν τον στρατηγικό θαλάσσιο δίαυλο ανάμεσα στα δύο νησιά και λειτουργούσαν, κατά την ανάλυση του συγγραφέα, ως ορατά σύμβολα της αυτοκρατορικής ισχύος προς τους ναυτιλλομένους.
Ο Δημήτρης Αθανασούλης εντάσσει αυτά τα ευρήματα σε ένα ευρύτερο δίκτυο οχυρώσεων, λιμανιών και ναών που, κατά την ανάλυσή του, επέτρεψε στις Κυκλάδες να λειτουργήσουν αμυντικά υπέρ της Κωνσταντινούπολης απέναντι στις αραβικές επιδρομές που ξεκίνησαν μετά το 640. Το βιβλίο παραθέτει υλικά τεκμήρια της αραβικής παρουσίας στο Αιγαίο –όπως κουφικές επιγραφές στη Δήλο και στο Κουφονήσι– και περιγράφει πώς νησιά όπως η Πάρος, η Αντίπαρος και η Μήλος λειτούργησαν παράλληλα ως κέντρα παραγωγής (εργαστήρια αμφορέων και κεραμικών) που τροφοδοτούσαν τον στρατό και τον στόλο της αυτοκρατορίας.
Ναοί ως «πνευματικά φρούρια»
Μια από τις κεντρικές θέσεις του βιβλίου είναι ότι η Κωνσταντινούπολη δεν οχύρωσε τις Κυκλάδες μόνο με κάστρα, αλλά και με ναούς, που λειτούργησαν ως «διανοητικά οχυρά» για την ενίσχυση της χριστιανικής και ελληνικής ταυτότητας του πληθυσμού. Ο συγγραφέας παραλληλίζει την πολιτική αυτή με την αφομοίωση των σλαβικών πληθυσμών στην ηπειρωτική Ελλάδα μέσω εκχριστιανισμού, μετά τη μαζική εγκατάστασή τους που ακολούθησε τη πανδημία πανώλης επί Ιουστινιανού.
Στο πλαίσιο αυτό, το βιβλίο παρουσιάζει αδημοσίευτο, σε μεγάλο βαθμό, φωτογραφικό και σχεδιαστικό υλικό από μνημεία της Νάξου (όπως ο ναός του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου στ’ Αφικλή και η Πρωτόθρονος στο Χαλκί) και της Αμοργού, στα οποία ο έγκριτος αρχαιολόγος εντοπίζει ένα σπάνιο σύνολο προεικονομαχικής ζωγραφικής – τοιχογραφίες δηλαδή προγενέστερες της επίσημης εικονομαχικής πολιτικής, που σε άλλα σημεία της αυτοκρατορίας έχουν σε μεγάλο βαθμό χαθεί.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η ανάλυση για τη μετέπειτα εικονομαχική περίοδο: σύμφωνα με το βιβλίο, οι παλαιότεροι, προεικονομαχικοί ναοί δεν φέρουν εικονομαχικό διάκοσμο – οι τοιχογραφίες τους καλύφθηκαν απλά με ασβέστη και διασώθηκαν, δεν καταστράφηκαν ούτε επιζωγραφίστηκαν. Ο συγγραφέας διατυπώνει την υπόθεση ότι αυτό μπορεί να συνδέεται με την επανάσταση των Κυκλαδιτών εναντίον του εικονομάχου αυτοκράτορα Λέοντος Γ’ το 727, και με τη μετέπειτα προσπάθεια της Κωνσταντινούπολης να επιβάλει πολιτικό έλεγχο στο εικονόφιλο Αρχιπέλαγος.
Οι Κυκλάδες, κατά τον Πρώιμο Μεσαίωνα, εν τέλει, σύμφωνα με τη μελέτη, δεν αποτέλεσαν περιθωριακό και ερημωμένο τμήμα της αυτοκρατορίας, όπως υποστηρίζει η παλαιότερη βιβλιογραφία, αλλά προνομιακό χώρο στρατηγικής σημασίας, που γνώρισε παραγωγική άνθηση υπό την προστασία ενός πυκνού δικτύου οχυρώσεων και ναών. Η αναχρονολόγηση μνημείων όπως η Καταπολιανή και το κάστρο της Παροικιάς, σε συνδυασμό με τα νέα ευρήματα στη Νάξο, την Αμοργό και τη Μήλο, συνθέτουν, σύμφωνα με τον συγγραφέα, μια εικόνα πολύ πιο σύνθετη και ζωντανή από αυτή των παραδοσιακών “Σκοτεινών Αιώνων” του Βυζαντίου.
H έκδοση με πλούσιο και σε μεγάλο βαθμό αδημοσίευτο φωτογραφικό και σχεδιαστικό υλικό απευθύνεται τόσο σε αναγνώστες με ειδικό ενδιαφέρον για τη βυζαντινή αρχαιολογία, όσο και στο ευρύτερο κοινό που ενδιαφέρεται για την ιστορία των Κυκλάδων. Είναι το πέμπτο της εκδοτικής σειράς που δημιουργήθηκε το 2022 υπό την αιγίδα του συλλόγου «Φίλοι της Πάρου και της Αντιπάρου», σε τρεις γλώσσες –ελληνικά, αγγλικά, γαλλικά και εκδίδεται από το βιβλιοπωλείο «Αναγέννηση» της Παροικιάς. Ο συγκεκριμένος τόμος, που πραγματοποιήθηκε με τη στήριξη του Ιδρύματος Ευάγγελος Πιστιόλης, θα παρουσιαστεί αύριο, Σάββατο, 27 Ιουνίου, στα ελληνικά και τα γαλλικά, στις 20.00, στο Αρχαιολογικό Μουσείο Πάρου.