Ελλάδα, χώρα που πεθαίνει
«Η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει, δεν τη σκιάζει φοβέρα καμιά, μόνο λίγο καιρό ξαποσταίνει και ξανά προς τη δόξα τραβά…»: δεν ξέρω αν τα σημερινά μικρά παιδιά έχουν την… αγαθή τύχη που είχαν οι δικές μας οι γενιές, να μεγαλώνουν με την υποχρέωση να τραγουδούν κάθε λίγο και λιγάκι το… μέγα αυτό αριστούργημα της τέχνης. Μακάρι να το έχουν γλιτώσει. Και όχι μόνον επειδή από κάθε άποψη – μουσικά, στιχουργικά, αισθητικά, ιδεολογικά, σε συσχέτιση με την πραγματική Ιστορία και, κυρίως, ως όργανο γελοίας προπαγάνδας – είναι ποιοτικά πρωτόγονο.
Αλλά κυρίως, επειδή έσπειρε ακριβώς αυτήν τη γελοία προπαγανδιστική σύγχυση σε αμέτρητους μελλοντικούς ενήλικους πολίτες. Και καθώς αυτό έγινε κατά τρόπο υποχρεωτικό και σε ευθεία σύγκρουση με πολλές όψεις της πραγματικότητας όχι απλώς δεν έπιασε, αλλά, αντιθέτως, έκανε και πολλούς που ενώ θα είχαν ίσως ως πολίτες θετική διάθεση για εκείνο που επιχειρεί να πει, να βρεθούν τελικά στον αντίποδα μόνο και μόνο επειδή οι φθηνές προπαγάνδες, οι διαστρεβλώσεις της πεντάρας, ιδίως όταν επιβάλλονται, προκαλούν αλλεργία σε πολλούς – και ευτυχώς – ακόμα και αν δεν το συνειδητοποιούν. Μα πάνω απ’ όλα αυτά, επειδή επιστρατεύει μία εξαπάτηση, εμπεριέχει μείγμα βλακώδους σοβινισμού μαζί με ψυχρό και ανόητο μαζί δόλο: λ.χ., τι πραγματικά σημαίνει αυτό το μνημειώδες «μόνο λίγο καιρό ξαποσταίνει;». Ετσι έγινε; Πότε;
Κατά συνέπεια, αν και τα σημερινά μικρά παιδιά έχουν την ατυχία να το υπομένουν ως… βασικό υποχρεωτικό τους σχολικό ρεπερτόριο, τότε βρίσκονται εκτεθειμένα και σε έναν ακόμα πρόσθετο κίνδυνο, πιο σοβαρό από όλους τους παραπάνω μαζί: διδάσκονται την αυταπάτη και την ανευθυνότητα, δεδομένης δε της χρήσης του, διδάσκονται να ζουν με το ψέμα. Που, πλέον, ίσως απειλεί ευθέως τις ίδιες τις ζωές τους. Γιατί;
Η Ελλάδα είναι μία χώρα που πεθαίνει. Και εμείς είμαστε μάρτυρες, και με τις δύο έννοιες του όρου, του αργού θανάτου της: τον ζούμε μέσα από πλήθος εκφάνσεις του που δεν επιτρέπουν αμφιβολίες για το τι θα συμβεί στο τέλος. Τι ακριβώς σημαίνει αυτό και από πού τεκμαίρεται σε επίπεδο νομοτέλειας; Θα μπορούσε να το «κωδικοποιήσει» κανείς ως τη συνισταμένη πέντε διαφορετικής φύσης συνιστώσεων οι οποίες προδιαγράφουν γι’ αυτόν τον τόπο ένα μέλλον που μόνον κατ’ όνομα είναι τέτοιο.
Πρώτον, η βασική, αδιάψευστη αλήθεια: οι αριθμοί «φωνάζουν» ότι η Ελλάδα πεθαίνει. Βιολογικά, μέσα από τη δημογραφική καταστροφή η οποία και είναι πλέον ανεπίστρεπτη. Μόλις προχθές τα νέα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ κατέγραψαν μείωση 4,2% των γεννήσεων για το 2025 σε σχέση με το 2024 – και αυτό είναι ένα από πολλά μαύρα δεδομένα. Η Ελλάδα σε τρεις δεκαετίες από σήμερα θα είναι μία χώρα δραστικά γερασμένου και μειωμένου πληθυσμού σε πρωτοφανή και μη συγκρίσιμα επίπεδα. Πολύ απλά, θα λείψουν οι άνθρωποι: το τι σημαίνει αυτό, δεν έχει αρχή και μέση – έχει όμως πολύ συγκεκριμένο πικρό τέλος.
Δεύτερον, πέρα από την τεράστια ανισορροπία στο ισοζύγιο της ζωής, η χώρα θα εξακολουθήσει και να αφαιμάσσεται από ό,τι καλύτερο θα έχει να δώσει. Γιατί; Επειδή οι άνθρωποι, και σωστά, έχουν ανάγκη να χτίσουν ένα μέλλον. Το οποίο αυτή η χώρα πεισματικά τους αρνείται.
Τρίτον, όλο αυτό, θα προστεθεί ως πρόβλημα στην ήδη συντελεσθείσα περίπου πολεμικής κλίμακας οικονομική συρρίκνωση με τις δικές της δραματικές επιπτώσεις.
Τέταρτον, επειδή έπειτα από την οικονομική συρρίκνωση η οποία και οδήγησε στην εκτίναξη της δημογραφικής τραγωδίας, η Ελλάδα καθίσταται καθημερινά όλο και πιο ευάλωτη στον άμεσο κίνδυνο της κυριαρχικής συρρίκνωσης: ούτε καν επαρκείς νέοι να την υπερασπιστούν θα υπάρχουν πια. Αυτό, απέναντι σε μία Τουρκία η οποία διαρκώς διογκώνεται και διαρκώς απειλεί.
Πέμπτον, επειδή, για όλα αυτά, που συνιστούν τεκμηριωμένη πορεία θανάτου για τη χώρα, ουδείς νοιάζεται πραγματικά.
Ή μήπως όχι;