Φρανσουά Οζόν στα «ΝΕΑ»: «Ο παραλογισμός του κόσμου μάς κάνει διαρκώς παρέα»
«Οταν αποφάσισα να γυρίσω τον “Ξένο”, ένιωσα ότι με ενδιέφερε περισσότερο η αίσθηση της ομορφιάς της εικόνας σε συνάρτηση με το κείμενο του Αλμπέρ Καμί και λιγότερο το να εκφράσω συναισθήματα. Ακούω ότι η ταινία μου έχει πολλή ομορφιά, ιδίως ο ηθοποιός Μπενζαμέν Βουασόν που υποδύεται τον κεντρικό ήρωα της ιστορίας, όμως αυτό για μένα δεν είναι πρόβλημα. Η ομορφιά και ο αισθησιασμός είναι πολύ σημαντικά στοιχεία στα βιβλία του Καμί, ακριβώς επειδή δεν είναι εκφράσεις συναισθημάτων. Είχα την αίσθηση ότι έπρεπε να “παίξουμε” με κάτι άλλο».
Ο Φρανσουά Οζόν μιλάει αγγλικά με έντονη γαλλική προφορά αλλά δεν κάνει πουθενά λάθος και όπως πάντα ολοκληρώνει με ακρίβεια τη σκέψη του στην κάθε ερώτηση. Αυτή είναι η τελευταία από τις αρκετές φορές που έχω καθίσει μαζί του στο ίδιο τραπέζι. Βρισκόμαστε στο ξενοδοχείο Le Sofitel Paris Arc de Triomphe στο 14 της Rue Beaujon των Παρισίων και είναι μεσημέρι. Ο Οζόν συμμετέχει στο φεστιβάλ της Unifrance και στην εβδομάδα προώθησης γαλλικού κινηματογράφου που πραγματοποιείται εκεί κάθε χρόνο τον Ιανουάριο. Λίγο πριν από την έναρξη της σαραντάλεπτης κουβέντας μας, έρχεται η σαλάτα Caesar’s που ο Οζόν έχει ζητήσει από το ξενοδοχείο. Πίνει ανθρακούχο νερό. Είναι ένας εξαιρετικά fit τύπος, 59 χρονών (Παρίσι, 15 Νοεμβρίου 1967), πάντα ευχάριστος, πάντα γελαστός, συχνά αυτοσαρκαστικός αλλά με έναν σνομπ τρόπο. Βουτήματα σε ένα πιάτο μπροστά μου συνοδεύουν τον τρίτο διπλό εσπρέσο μου εκείνη την ημέρα.
Αντιλαμβάνομαι ότι ο σκηνοθέτης μεγάλων επιτυχιών του γαλλικού κινηματογράφου, από το «Sitcom» (1998) ως το «Πέντε φορές το δύο» (2004) και από τις «Οκτώ γυναίκες» (2002) μέχρι το σχετικά πρόσφατο «Το έγκλημά μου», δείχνει ικανοποιημένος από την ανταπόκριση του κοινού προς την τελευταία ταινία του, παρότι τον Σεπτέμβριο του 2025 ο «Ξένος» έφυγε άπραγος από το Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βενετίας όπου προβλήθηκε εντός διαγωνισμού και σε παγκόσμια πρώτη προβολή.
Τρώγοντας διακριτικά μια ντομάτα με μαρούλι, ο Οζόν παραμένει στο ζήτημα της ομορφιάς. «Οταν ο Καμί έγραψε τον “Ξένο” ήταν 28 χρονών και ο ίδιος εξαιρετικά όμορφος» είπε. «Αν δείτε φωτογραφίες του στο Διαδίκτυο θα εκπλαγείτε. Μοιάζει με τον Τζέιμς Ντιν! Αρα νομίζω ότι η ομορφιά τον ενδιέφερε. Αλλά θα πρέπει επίσης να επισημάνω ότι η ομορφιά του Μπενζαμέν στην ταινία γίνεται εντονότερη επειδή το φιλμ είναι γυρισμένο ασπρόμαυρο. Αν τον δείτε σε έγχρωμο είναι άσχημος (γέλια). Κάποιοι μου είπαν για τον ρουχισμό του. Ο ρουχισμός του είναι πανομοιότυπος με της εποχής που γράφηκε το έργο όμως το βλέμμα του είναι σημερινό. Είναι σέξι, ίσως επειδή είναι τόσο καλά διατηρημένος – δεν ξέρω. Αλλά για μένα η ομορφιά δεν είναι πρόβλημα».
Στη νέα κινηματογραφική προσέγγιση του Οζόν, ο «Ξένος», μια από τις πιο εμβληματικές ιστορίες του 20ού αιώνα, κινείται ανάμεσα στο υπαρξιακό δράμα, στο αστυνομικό θρίλερ και στην ταινία δικαστηρίου. Με φόντο το Αλγέρι της δεκαετίας του 1930, ο «Ξένος» παρακολουθεί έναν νέο άνθρωπο, τον Μερσό (Βουασόν) που δεν παίζει το παιχνίδι των κοινωνικών συμβάσεων, γι’ αυτό γίνεται ξένος μέσα στον ίδιο του τον κόσμο. Ο Μερσό, ένας ήσυχος και ασήμαντος υπάλληλος γύρω στα τριάντα, θάβει τη μητέρα του χωρίς να δείξει το παραμικρό συναίσθημα. Την επόμενη ημέρα ξεκινά μια σχέση με τη Μαρί (Μαρί Καρντονά), συνάδελφό του στη δουλειά και σαν να μην τρέχει τίποτα επιστρέφει στη ρουτίνα του. Ομως ένας γείτονάς του, ο Ρεϊμόν (Πιερ Λοτέν) που απεχθάνεται τους Αραβες, διαταράσσει την καθημερινότητά του και τον μπλέκει σε ύποπτες ιστορίες, μέχρι που, μια μέρα με ανυπόφορη ζέστη, ένα τραγικό γεγονός σε μια παραλία αλλάζει τα πάντα…
Ο «Ξένος» δεν γυρίστηκε εύκολα. «Υπήρξαν στιγμές που ένιωσα απελπισία και την ανάγκη να τα παρατήσω» είπε ο Οζόν. «Η αρχική αγωνία μου ήταν να δεχτεί την ιδέα μου η Κατρίν Καμί που ήξερα ότι είναι δύσκολος άνθρωπος. Ενώ όμως η συνάντησή μου με την Καμί πήγε καλά, κατάλαβε ότι στόχος μου ήταν να αποδώσω το μυθιστόρημα του πατέρα της με έναν τέτοιο τρόπο που να γίνει κατανοητό στις νεότερες γενιές, αργότερα έβρισκα διαρκώς μπροστά μου άλλου τύπου εμπόδια. Είχα πολύ αφελώς πιστέψει ότι λόγω της επιτυχίας του “Κόμη Μοντεχρίστου”, που είναι επίσης ένα εμβληματικό μυθιστόρημα, έτσι και ο “Ξένος” του Καμί θα μπορούσε κι αυτός να βρει χρηματοδότη. Εκανα λάθος γιατί δεν είναι το ίδιο είδος βιβλίου».
Αναπόφευκτα, μια ταινία που θα μπει κάποια στιγμή στην κουβέντα μας είναι η πρώτη μεταφορά του ιδίου μυθιστορήματος στον κινηματογράφο από έναν μεγάλο μετρ της κινηματογραφικής εικόνας, τον Λουκίνο Βισκόντι. Ο «Ξένος» του 1968 όμως, με πρωταγωνιστή τον Μαρτσέλο Μαστρογιάνι δεν υπήρξε επιτυχία. Ο Οζόν είπε ότι η επιλογή του Μαστρογιάνι ήταν λάθος casting. «Ο Μαστρογιάνι είναι ένας θαυμάσιος ηθοποιός αλλά πολύ Ιταλός για έναν αμιγώς Γάλλο όπως ο ήρωας του βιβλίου. Ακόμα και ο ίδιος ο Μαστρογιάνι το είχε δηλώσει σε συνεντεύξεις του, δεν είχε μείνει ικανοποιημένος από το αποτέλεσμα. Οσο για το βιβλίο, στην ουσία είναι ένας μονόλογος και η εύκολη λύση θα ήταν να κάνουμε voice over, κάτι που έκανε ο Βισκόντι αλλά δεν λειτούργησε καλά. Με το voice over εξηγείς τα πάντα αλλά αυτό δεν το ήθελα».
Ρώτησα τον Οζόν αν θεωρεί ότι η υπαρξιακή διάλυση και η απώλεια νοήματος στη ζωή είναι θέματα που τον ελκύουν ως καλλιτέχνη. «Δεν ξέρω αν συμβαίνει αυτό αλλά ξέρω πως αρκεί να παρακολουθήσει κανείς τις ειδήσεις και θα καταλάβεις ότι ο παραλογισμός του κόσμου μάς κάνει διαρκώς παρέα, είναι σταθερά δίπλα μας» απάντησε. «Νομίζω ότι προσπαθούμε να λατρέψουμε τα ψέματα και τους κόσμους των θαυμάτων και δεν είναι και τόσο εύκολο γιατί παντού επικρατεί μια τρέλα. Κάπως έτσι πιθανόν να αντιμετώπισε τον κόσμο ο Καμί επίσης γράφοντας αυτό το βιβλίο. Νομίζω ότι με αυτό το βιβλίο ο Καμί μάς βοήθησε να καταλαβαίνουμε καλύτερα τον κόσμο».
Η Αλγερία, ο τόπος στον οποίο εκτυλίσσεται ο «Ξένος», είναι επίσης μεγάλης σημασίας. «Για τους γάλλους αποικιοκράτες η Αλγερία μπορεί να είναι παράδεισος, αλλά για τους ίδιους τους Αλγερινούς μπορεί να είναι κόλαση» είπε ο Οζόν. «Βρήκα σημαντικό να δείξω ότι δύο κοινότητες μοιράζονται τον ίδιο τόπο αλλά ζουν παράλληλα και στην πραγματικότητα όχι μαζί. Ο Καμί δεν μιλούσε αραβικά αλλά είχε πλήρη γνώση της κατάστασης. Ολες αυτές οι σύνθετες καταστάσεις, έπρεπε νομίζω να υπάρχουν στην ταινία».
Γάλλοι και Αλγερινοί
Η ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα που εξακολουθεί να επικρατεί στις σχέσεις ανάμεσα στη Γαλλία και την Αλγερία επηρέασε την ίδια την ταινία καθώς ο Οζόν ήθελε να κάνει γυρίσματα στην Αλγερία αλλά δεν μπόρεσε. «Σε αντίθεση με τους Αμερικανούς που ενδιαφέρθηκαν να παρουσιάσουν στον κινηματογράφο το ζήτημα του πολέμου στο Βιετνάμ, κάτι τέτοιο δεν έγινε στη Γαλλία σε σχέση με την Αλγερία. Οι ιστορικοί κυρίως ασχολήθηκαν με αυτό το ζήτημα αλλά όχι οι πολιτικοί. Η Αλγερία εξακολουθεί να παραμένει μεγάλο ταμπού στη Γαλλία. Υπάρχει μεγάλος θυμός από πλευράς Αλγερινών και μεγάλος πόνος από πλευράς Γάλλων που έζησαν εκεί και φεύγοντας αναγκάστηκαν να χάσουν τα πάντα. Ακόμα και σήμερα οι Αλγερινοί θεωρούν ότι σε κάθε τι που πάει λάθος ευθύνεται η αποικιοκρατία και ρίχνουν τις ευθύνες για όλα στους γάλλους αποικιοκράτες. Νέοι άνθρωποι, Αλγερινοί που έχουν γεννηθεί στη Γαλλία, χρησιμοποιούν ως επιχείρημα το παρελθόν των γονέων τους στην Αλγερία. Φυσικά οι γάλλοι πολιτικοί δεν το δέχονται οπότε υπάρχει ένας φαύλος κύκλος. Οι ιστορικοί έχουν κάνει καλή δουλειά αλλά τώρα θα πρέπει να βρεθεί μια φόρμα συμφιλίωσης. Δεν ξέρω τι, εγώ είμαι κινηματογραφιστής όχι πολιτικός. Αλλά νομίζω ότι ήρθε η ώρα να γυρίσουμε σελίδα».
Αλλάζοντας εγώ σελίδα στην κουβέντα αναφέρω στον Οζόν ότι στις ταινίες του, συνήθως κεντρικά πρόσωπα είναι γυναίκες με έντονες προσωπικότητες, αρκεί να θυμηθεί κανείς τη γνωστότερη ταινία του, το ευχάριστο γυναικείο μιούζικαλ «Οκτώ γυναίκες». Γυναίκες με πυγμή όμως θα βρούμε και σε άλλες ταινίες του, όπως το γυναικείο θρίλερ «Η πισίνα» με τις Σαρλότ Ράμπλινγκ και Λουντιβίν Σανιέ, ή το οικογενειακό δράμα «Potiche» με την Κατρίν Ντενέβ. Εδώ και μερικά χρόνια όμως, ο σκηνοθέτης αναζητεί θεματολογία με άντρες στο επίκεντρο, κάτι που επίσης φάνηκε στην πολύ σημαντική ταινία του, «Θέλημα θεού». «Θέλω να εκφράσω τα αισθήματά και τις ευαισθησίες των αντρών», είπε, «ένα τερέν που στον κινηματογράφο ανήκει κυρίως στις γυναίκες. Ηθελα να το μετατρέψω».
Δηλωμένος ομοφυλόφιλος, ο Οζόν αντιμετωπίζει πάντα με χαλαρότητα το ζήτημα της ομοφυλοφιλίας, παρότι ξέρει πολύ καλά ότι σε πολύ κόσμο και παρά τις αλλαγές που έχουν προκύψει με την πάροδο των χρόνων, παραμένει ζήτημα ταμπού. Συζητώντας για λίγο αυτό το θέμα, στο τραπέζι πέφτει μια προηγούμενη ταινία του, το «Καλοκαίρι του ’85». Εμπνευσμένη από το μυθιστόρημα του Βρετανού Αϊντάν Τσέιμπερς, αναφέρεται σε μια πολύ ιδιαίτερη σχέση ανάμεσα σε δύο εφήβους, τον Αλεξίς (Φελίξ Λεφέμπρ) και τον Νταβίντ που υποδύεται ο Μπενζαμέν Βουασόν (ο «Ξένος» της τελευταίας ταινίας). «Ξέρετε, την εποχή που δεν ήξερα καν αν θα γίνω τελικά σκηνοθέτης – κάτι που ήθελα πολύ – είχα πει στον εαυτό μου ότι αν ποτέ τα κατάφερνα, αυτή θα ήταν η πρώτη μου ταινία».
Ομως η μοίρα ήθελε να κυλήσουν διαφορετικά τα πράγματα και το «Καλοκαίρι του ’85» θα γινόταν η εικοστή μεγάλου μήκους ταινία μυθοπλασίας του. «Φαίνεται ότι τελικά ήταν μια ταινία που χρειαζόταν τον χρόνο της για να γίνει. Τριάντα χρόνια για την ακρίβεια! Αυτό μου συμβαίνει συχνά. Μπορεί να παθιαστώ για κάτι και να θέλω να το κάνω ταινία την ίδια εκείνη τη στιγμή. Συνήθως αυτό δεν γίνεται ποτέ. Αλλά αν γίνει, αργότερα φυσικά από τότε που το ήθελα, το αποτέλεσμα μπορεί να είναι και καλύτερο. Στην περίπτωση του “Καλοκαιριού του ’85” αντιλήφθηκα ότι χρειαζόμουν απόσταση από τους δύο ήρωες – στους οποίους αναγνωρίζω τον εαυτό μου – έτσι ώστε να μπορέσω να αντιμετωπίσω τις καταστάσεις που ζουν με ψυχραιμία. Σήμερα είμαι ένας μεγάλος σε ηλικία άντρας και ίσως καταλαβαίνω πολύ καλύτερα κάποια πράγματα. Και αν θέλετε να ξέρετε, ήταν απόλαυση για μένα να επιστρέψω στο παρελθόν και να το ξαναδώ με διαφορετικό μάτι».