Τώρα η πολιτείανα κάνει το καθήκον της
Αποτελεί κοινό τόπο ότι η άμυνα δεν είναι ένας ακόμη κλάδος της οικονομίας. Πίσω από κάθε αμυντικό σύστημα υπάρχει κάτι πολύ μεγαλύτερο από μία εμπορική δραστηριότητα: υπάρχει η ασφάλεια της χώρας, η αυτονομία των Ενόπλων Δυνάμεων και η δυνατότητα της Ελλάδας να στηρίζεται στις δικές της δυνάμεις. Λόγω των εξελίξεων, ο αμυντική βιομηχανία τυγχάνει και απολαμβάνει θετική αναγνώριση.
Το βλέπουμε στην Ελλάδα, το βλέπουμε και στην Ευρώπη. Το ερώτημα είναι αν θα το μετουσιώσουμε σε εθνική ισχύ, τεχνολογική αυτονομία και πραγματικό βιομηχανικό αποτύπωμα για τη χώρα.
Ο ΣΕΚΠΥ, ο Σύνδεσμος Ελλήνων Κατασκευαστών Αμυντικού Υλικού, εκπροσωπεί σήμερα περισσότερες από 300 ελληνικές επιχειρήσεις. Εδώ και 44 χρόνια αποτελεί τον επίσημο θεσμικό συνομιλητή και εκπρόσωπο της Ελληνικής Αμυντικής Βιομηχανίας έναντι της πολιτείας, ενώ ίδρυσε το πρώτο ελληνικό defence cluster, το DefencEduNet, φέρνοντας στο ίδιο τραπέζι τη βιομηχανία, τα ερευνητικά κέντρα και την ακαδημαϊκή αριστεία, και συνδιοργανώνει και τη διεθνώς αναγνωρισμένη αμυντική έκθεση DEFEA.
Ομως, η προαναφερθείσα κρίσιμη μάζα εξακολουθεί να μην αντιμετωπίζεται και αξιοποιείται όπως πρέπει. Αντιθέτως, συχνά παραμένει στο περιθώριο του αμυντικού σχεδιασμού, χωρίς σταθερό ρόλο, χωρίς προβλέψιμη συμμετοχή και χωρίς το θεσμικό βάρος που αντιστοιχεί στη σημασία της.
Πλέον χρειάζεται αλλαγή κλίμακας. Αν θέλουμε πραγματικά να αλλάξουμε τον ρου των πραγμάτων, απαιτείται θεσμική τομή. Η πολιτεία δεν μπορεί να κωφεύει απέναντι στη φωνή της εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας, η οποία όχι μόνο ενισχύει την αποτρεπτική δυνατότητα των Ενόπλων Δυνάμεων, αλλά λειτουργεί και ως μοχλός γεωπολιτικής επιρροής, τεχνολογικής καινοτομίας και οικονομικής ανάπτυξης.
H δημιουργία Γενικής Γραμματείας ή άλλης αντίστοιχης κυβερνητικής δομής για την αμυντική βιομηχανία δεν αποτελεί κάποια διοικητική πολυτέλεια ή είδος πολιτικής διαμεσολάβησης. Είναι στρατηγική αναγκαιότητα και δεν μπορεί πλέον να αντιμετωπίζεται αποσπασματικά. Ο κλάδος χρειάζεται στρατηγική στόχευση, κεντρικό συντονισμό, συνέχεια, αρμοδιότητα και λογοδοσία. Αν θέλουμε οι θέσεις για την αμυντική βιομηχανία να μη μένουν κενό γράμμα, πρέπει να υπάρξει θεσμικός φορέας που θα έχει την ευθύνη να τις εφαρμόσει.
Βεβαίως, η πρόβλεψη για 25% εγχώρια συμμετοχή στα εξοπλιστικά προγράμματα είναι ένα θετικό πρώτο βήμα. Απαιτείται όμως άμεσα σαφές κανονιστικό πλαίσιο, μηχανισμός παρακολούθησης, και συμβατικές δεσμεύσεις.
Δεν αρκούν γενικές αναφορές σε «ελληνική συμμετοχή», που αντανακλούν αναχρονιστικές πρακτικές, όπως τα άυλα Αντισταθμιστικά Ωφελήματα (μεταφορές τεχνογνωσίας κ.λπ.). Αυτό που απαιτείται είναι πραγματική και μετρήσιμη συμμετοχή: στην παραγωγή, στη συμπαραγωγή, στην ολοκλήρωση, στη συντήρηση, στην αναβάθμιση και στην εν συνεχεία υποστήριξη.
Ιδιαίτερα στη συντήρηση και εν συνεχεία στην υποστήριξη των οπλικών συστημάτων, η εγχώρια συμμετοχή οφείλει να υπερβαίνει το 50%. Δεν μπορεί η χώρα να επενδύει σε μεγάλα προγράμματα χωρίς να διασφαλίζει ουσιαστική ελληνική προστιθέμενη αξία, μεταφορά τεχνογνωσίας και μακροχρόνια δυνατότητα υποστήριξης εντός Ελλάδας.
Η Ελλάδα επίσης οφείλει να συμμετέχει από την αρχή ως εταίρος στις διεθνείς κοινοπραξίες ανάπτυξης νέων οπλικών συστημάτων και όχι να λειτουργεί αποκλειστικά ως αγοραστής. Η εταιρική σχέση διασφαλίζει σαφές έργο για την εγχώρια βιομηχανία και πρόσβαση σε κρίσιμη τεχνογνωσία, αλλά συνοδεύεται και από αντίστοιχα δικαιώματα παρέμβασης, ακόμη και αρνησικυρίας (VETO), όταν θίγονται κρίσιμα εθνικά, επιχειρησιακά ή βιομηχανικά συμφέροντα (δείτε υπόθεση METEOR).
Με το βάρος και τη θεσμική ευθύνη που απορρέει από τη θέση του προέδρου του ΣΕΚΠΥ, θεωρώ ότι η ελληνική αμυντική βιομηχανία είναι έτοιμη. Τώρα πρέπει και η πολιτεία να κινηθεί με την ταχύτητα, τη σοβαρότητα και την αποφασιστικότητα που απαιτούν οι καιροί. Να αποκτήσουμε στρατηγική, να θεσπίσουμε κανόνες, να εμπιστευτούμε την εγχώρια παραγωγική βάση και να μετατρέψουμε την παρούσα συγκυρία σε εθνικό πλεονέκτημα.
Ισχυρή εγχώρια αμυντική βιομηχανία σημαίνει ισχυρές Ενοπλες Δυνάμεις, ισχυρή και ασφαλή Ελλάδα.
Ο Τάσος Ροζολής είναι πρόεδρος του ΣΕΚΠΥ