Δύο κόσμοι
Τέσσερις δημοσκοπήσεις από τέσσερις διαφορετικές εταιρείες που δημοσιοποιήθηκαν μέσα σε τέσσερις μέρες δεν είναι μικρό δείγμα (Opinion Poll, Pulse, GPO, Metron Analysis κατά το διάστημα 1-4/6).
Κάθε άλλο. Ακόμη περισσότερο που και οι τέσσερις δίνουν με δευτερεύουσες αποκλίσεις μια πανομοιότυπη εικόνα. Ούτως ή άλλως είχαν προηγηθεί άλλες δύο με πανομοιότυπα συμπεράσματα ή εκτιμήσεις.
Η ΝΔ είναι καθαρά πρώτη με ποσοστά πάνω – κάτω στο 30%.
Ο Τσίπρας ακολουθεί δεύτερος με ποσοστό γύρω στο 15%.
Καρυστιανού και ΠΑΣΟΚ πιο πίσω ανταγωνίζονται κάπου μεταξύ τρίτης και τέταρτης θέσης.
Οι υπόλοιποι αριστερόστροφοι (πλην ΚΚΕ) και δεξιόστροφοι σχεδόν εκμηδενίζονται.
Μεταξύ μας, τίποτα δεν εκπλήσσει. Αλλά λίγη υπομονή δεν βλάπτει. Δεν είμαι καθόλου βέβαιος ότι σε δύο ή τρεις μήνες τα νούμερα θα είναι τα ίδια.
Εν τω μεταξύ, ο ενθουσιασμός (αν υπάρχει) για τα νέα κόμματα θα έχει καταλαγιάσει και θα μπορούμε να μετρηθούμε με μεγαλύτερη ασφάλεια και βεβαιότητα.
Απλώς αν δεν προκύψει κάτι απροσδόκητο, θα επιβεβαιωθεί για άλλη μία φορά πως η ελληνική πολιτική δεν κρύβει εκπλήξεις. Κινείται πάντοτε στα πλαίσια του αναμενομένου.
Δεν είναι κακό. Το αναμενόμενο αποτελεί μια ένδειξη πολιτικής ωριμότητας που συναντάμε σε όλες τις ευρωπαϊκές δημοκρατίες. Και η οποία αμφισβητήθηκε επί της ουσίας μόνο το «παρανοϊκό 2012», όταν ο καθένας ψήφιζε ό,τι του κατέβαινε στο κεφάλι.
Κατά τα άλλα, όλες οι εκλογές της Μεταπολίτευσης κινήθηκαν περίπου στο εύρος των προγνωστικών τους. Κι είναι ίσως ο βασικός λόγος που στην Ελλάδα δεν έχουμε εκλογικές εκπλήξεις.
Πάμε στην ουσία. Οι δημοσκοπήσεις καταγράφουν ένα φαινόμενο που κινείται πέρα από τα ποσοστά των κομμάτων.
Υπάρχει ένα «κοινό σταθερότητας» που ανέρχεται (περίπου και με αποκλίσεις) στο 40%.
Και ένα ευρύτερο «κοινό αστάθειας» που είτε προκρίνει τη διαμαρτυρία, είτε την πολιτική αλλαγή, είτε κάτι άλλο.
Ποια είναι η ουσιαστική διαφορά; Οτι η ΝΔ μονοπωλεί το «κοινό σταθερότητας», ενώ το «κοινό αστάθειας» διεκδικούν όλα τα υπόλοιπα κόμματα.
Είναι ένα μεγάλο πλεονέκτημα για τη ΝΔ. Και απορίας άξιο πώς και γιατί η αντιπολίτευση παραχώρησε σχεδόν αμαχητί το πεδίο της σταθερότητας στη συμπολίτευση.
Κάτι που ίσως μπορεί να μοιάζει κατανοητό για την Πλεύση Ελευθερίας ή τον Βελόπουλο που δεν φαίνεται να διατυπώνουν υποψηφιότητα διακυβέρνησης της χώρας. Αλλά γιατί να αποτελεί, για παράδειγμα, επιλογή του ΠΑΣΟΚ; Μυστήρια πράγματα. Και μάλλον ακατανόητα.
Η μόνη εξήγηση που μπορώ να βρω είναι ότι η αντιπολίτευση απορροφήθηκε τόσο πολύ από το αίτημα «να φύγει η κυβέρνηση» που παραμέλησε κάθε προσπάθεια οικοδόμησης μιας αξιόπιστης εναλλακτικής λύσης.
Δεν είναι τυχαίο πως όλοι οι καβγάδες περί συμμαχιών που μαίνονται στο φάσμα των κομμάτων της αντιπολίτευσης, από το ΠΑΣΟΚ έως τον ΣΥΡΙΖΑ και τη Νέα Αριστερά, αφορούν αυτό ακριβώς το ζητούμενο, στο οποίο κανείς δεν δίνει απάντηση.
Προσδιορίζει σε γενικές γραμμές το ανεγκέφαλο δόγμα του δημάρχου Δούκα. «Να φύγουν αυτοί και βλέπουμε». Λες κι η διακυβέρνηση του τόπου είναι «kinder έκπληξη».
Ή την αρλούμπα της Ρένας Δούρου (υποθέτω πως ακόμα ανήκει στον ΣΥΡΙΖΑ, αν και έχω χάσει τον λογαριασμό με τα πηγαινέλα…) «να ενώσουμε δυνάμεις για να μην υπάρξει νέα τετραετία της Δεξιάς στην εξουσία» (3/6).
Λες κι η χώρα θα κλείσει το βράδυ των εκλογών. Αρα οι εκλογές δικαιούνται να έχουν ως μοναδικό αποτέλεσμα αυτό που θέλει ο δήμαρχος ή η πρώην περιφερειάρχης.
Στη βάση του είναι περίπου το μοντέλο του 2012. Η απόρριψη δηλαδή μιας ανεπιθύμητης κατάστασης χωρίς καμία μέριμνα, χωρίς καν σχεδιασμό ή συγκροτημένη πρόταση για ό,τι ακολουθήσει.
Είδα ένα απόσπασμα από το ντοκιμαντέρ της Ελ. Βαρβιτσιώτη και της Βικ. Δενδρινού στον Σκάι.
Συγκρατώ το εξής. Προκηρύσσεται το δημοψήφισμα του 2015. Η Ζωή Κωνσταντοπούλου ήταν πρόεδρος της Βουλής.
Στις εικόνες της εποχής εμφανίζεται on camera να δηλώνει τα γνωστά παπατζιλίκια για την «κυβέρνηση που αντιστέκεται» και τον «λαό που δεν υποτάσσεται». Εντάξει, θα μου πείτε ότι αυτές τις ανοησίες έλεγαν τότε.
Αλλά και στις σημερινές εικόνες η Κωνσταντοπούλου εξηγεί πως «αισθάνθηκα ανακούφιση ότι θα γίνει δημοψήφισμα και θα αποφασίσει ο λαός» (Σκάι, 2/6).
Απορία. Ποιος της είπε ότι ο ελληνικός λαός έχει αρμοδιότητα να αποφασίσει τι θα κάνουν οι άλλοι με τα λεφτά τους; Ή τι κουμάντα θα κάνει η Ευρωπαϊκή Ενωση;
Φυσικά η «αντίσταση» είχε την κατάληξη που κάθε λογικός άνθρωπος μπορούσε να προβλέψει. Στον κουβά. Τζάμπα η ανακούφιση της προέδρου, λοιπόν.
Αλλά, λίγο ή πολύ, η βασική λογική είναι ίδια. Απλώς για αγαθή μας τύχη δεν αφορά το κολοσσιαίο διακύβευμα που είχε να αντιμετωπίσει η χώρα το 2015. Και το μόνο συνεπώς που παραμένει πραγματικά αναλλοίωτο είναι η ασυνειδησία των «αντιστασιακών».
Τι έχουμε λοιπόν σήμερα;
Το επεξεργασμένο, αν και όχι ενθουσιώδες ή συναρπαστικό, αφήγημα της σταθερότητας.
Το ανεπεξέργαστο αφήγημα κάποιας άλλης προοπτικής που κανείς δεν μπαίνει στον κόπο να καταστήσει πειστικό και συγκροτημένο ή απλώς να περιγράψει.
Αυτά ακριβώς τα δύο αφηγήματα αναμετρώνται στις δημοσκοπήσεις με τα αποτελέσματα που ξέρουμε, μαντεύουμε ή αντιλαμβανόμαστε.
Και τα οποία δύσκολα θα αλλάξουν επί της ουσίας αν δεν μεταβληθούν τα δεδομένα του ενός ή του άλλου ακροατηρίου.
Είναι σαν να έχουμε αντιμέτωπους δύο κόσμους, των οποίων κανείς δεν θέλει τη σύνθεση ή τον συμβιβασμό.
Δεν ξέρω ποια λογική ή ποια ιδιοτέλεια υπηρετεί αυτός ο fake διχασμός. Αλλά ελπίζω να τη βρουν οι έλληνες ψηφοφόροι πριν πάνε στην κάλπη ώστε να καταλάβουν και για τι ψηφίζουν.