Σοφία Αντωνίου: «Ο Άμλετ μας ρωτά πως αντέχουμε σε ένα κόσμο βίας»
Η Σοφία Αντωνίου είναι μια σκηνοθέτις που ανήκει στη νέα γενιά του ελληνικού θεάτρου, έχοντας κερδίσει, ήδη, την καρδιά του κοινού. Φέτος, ξεχωρίζει με τις υποψηφιότητές της στα θεατρικά βραβεία, με την παράσταση «ΑΜΛΕΤ (machine)». Είναι υποψήφια για το Βραβείο Δραματουργίας στα Βραβεία Θεάτρου και Παραστατικών Τεχνών της Ελληνικής Ένωσης Κριτικών Θεάτρου και Παραστατικών Τεχνών και για το Βραβείο Νέας Σκηνοθέτιδος στα Βραβεία Θεάτρου Τέχνης Καρόλου Κουν, επιβεβαιώνοντας την παρουσία της στη σύγχρονη ελληνική θεατρική δημιουργία.
Συναντηθήκαμε στην Κυψέλη, σε ένα ζεστό καφέ, παρέα με τον όμορφο σκύλο της, Βowie. Η δημιουργός μας μίλησε για τις ανθρώπινες σχέσεις, την ανάγκη για αλήθεια, τη δύναμη της συλλογικότητας και την επιθυμία να βλέπουμε τον κόσμο λίγο διαφορετικά. Για την ίδια, η σκηνοθεσία δεν είναι μόνο μια καλλιτεχνική πράξη, αλλά ένας τρόπος σύνδεσης. Αναναζητά, ακόμη και μέσα στις πιο σκοτεινές ιστορίες, λίγο φως.
Μίλησέ μας για τον τρόπο που σκηνοθετείς. Πώς είναι μια δική σου πρόβα; Φαίνεται πως υπάρχει αλληλεγγύη και αγάπη μεταξύ των ηθοποιών.
Όλα έχουν να κάνουν με το γιατί κάνεις αυτή τη δουλειά και με τι πρόθεση μπαίνεις σε αυτήν. Εμένα με αφορά, πέρα από το αποτέλεσμα —το οποίο προφανώς έχει σημασία γιατί αυτό επικοινωνεί με το κοινό—, η ίδια η διαδικασία. Οριακά, η διαδικασία προηγείται του αποτελέσματος. Και επειδή έχω υπάρξει ηθοποιός σε διάφορες ομάδες, γνωρίζω καλά τις συνθήκες. Για μένα ο ηθοποιός είναι το παν· δεν με αφορούν τα εντυπωσιακά τεχνικά μέσα. Το θέατρο είναι ο ηθοποιός. Θέλω ο ηθοποιός να νιώθει ασφαλής και ελεύθερος. Στον Άμλετ, ένα έργο που αποτελούσε τεράστιο όνειρο και αγωνία για μένα, ήθελα η ομάδα που θα συγκεντρωθεί να γίνει οικογένεια. Ακόμα κι αν δεν γνωριζόμασταν από πριν, να αποκτήσουμε ένα κοινό όραμα. Καθώς πρόκειται για μια αμιγώς πολιτική παράσταση, κάναμε πολλές συζητήσεις στην αρχή για να ζυμωθούμε μαζί, παρά τις διαφορετικές προσωπικότητες ή τις διαφωνίες μας.
Οι πιο σημαντικές πρόβες ήταν αυτές «του τραπεζιού». Ήθελα να εισαγάγω τον ηθοποιό βαθιά στη δραματουργία: Τι ιστορία λέμε; Γιατί μας αφορά σήμερα; Από τους ίδιους τους ηθοποιούς βγήκαν ιδέες που διατηρήσαμε μέχρι τέλους. Αναπτύχθηκε μια σχέση βαθιά, οικογενειακή, σχεδόν ερωτική. Αυτή είναι η ανταμοιβή μου: να φτιάχνω μια ομάδα με την οποία χαίρομαι να πηγαίνω στην πρόβα. Προφανώς υπάρχουν δυσκολίες και εντάσεις, αλλά στο τέλος νιώθεις ότι αυτή η αγκαλιά είναι αληθινή.
Τι έχει να μας πει ο Άμλετ σήμερα;
Ο Άμλετ είναι ένα καθαρά σύγχρονο και πολιτικό έργο. Διαπραγματεύεται έναν άνθρωπο συνειδητό, που βλέπει καθαρά τα πράγματα. Πόσο εύκολο είναι όμως να παραμένεις συνειδητός; Όταν γράφτηκε το έργο, εξέφραζε τον αναγεννησιακό άνθρωπο. Σήμερα, ποιος είναι ο αναγεννησιακός άνθρωπος;
Πιστεύω πως υπάρχουν τέτοιοι άνθρωποι τόσο στην τέχνη όσο και στη ζωή. Κάποιοι επιλέγουν την ασφάλεια του κοπαδιού και κάποιοι γίνονται ο «περίεργος» της υπόθεσης. Ο Άμλετ είναι αυτός ο περίεργος, που τελικά παρασύρεται από την τραγικότητα της ίδιας του της ύπαρξης.
Προσωπικά, έχω διαρκή ανάγκη για φως. Όσο δουλεύαμε το έργο, αναρωτιόμουν μήπως αυτή η ανάγκη είναι απλώς μια εμμονή και το φως δεν υπάρχει τελικά — ή μήπως υπάρχει, αλλά με διαφορετικό τρόπο. Στο τέλος αναρωτιέσαι: Θέλεις πραγματικά να συνεχίσεις αυτόν τον αέναο κύκλο της βίας, όπου ο αδελφός σκοτώνει τον αδελφό;
Η παράσταση λειτουργεί οριακά σαν ένας φόρος τιμής στο ίδιο το θέατρο. Σαν να λέμε: «Παιδιά, ας κάνουμε κάτι να δώσουμε λίγη ελπίδα». Ο Άμλετ έγινε ένας Δούρειος Ίππος για να συνδεθούμε ξανά με τη βαθιά υπόσταση των θεατρίνων, αυτών των περιπλανώμενων «παλιάτσων» που από πάντα έλεγαν ιστορίες στους δρόμους.
Είσαι υποψήφια για το Βραβείο Δραματουργίας στα Βραβεία Θεάτρου και Παραστατικών Τεχνών της Ελληνικής Ένωσης Κριτικών Θεάτρου και Παραστατικών Τεχνών και για το Βραβείο Νέας Σκηνοθέτιδος στα Βραβεία Θεάτρου Τέχνης Καρόλου Κουν. Πώς εισπράττεις την αναγνώριση αυτή; Μιλάς με φοβερό πάθος για το θέατρο, αλλά ταυτόχρονα με μια ταπεινότητα απέναντι στα πράγματα.
Στο επάγγελμά μας υπάρχει μεγάλη προβολή και είναι πολύ εύκολο να χαθείς μέσα σε αυτό. Υπάρχει πάντα ο κίνδυνος να ξεχάσεις τον πραγματικό λόγο για τον οποίο διάλεξες να κάνεις αυτή τη δουλειά. Επειδή εισπράττεις επιβεβαίωση και θαυμασμό, χρειάζεται συνεχής δουλειά με τον εαυτό σου για να παραμείνεις προσηλωμένος σε αυτό που θέλεις να κάνεις.
Προσωπικά, επειδή το ταξίδι μου στο θέατρο το βλέπω σαν μαραθώνιο και έχω κοπιάσει πολύ, νιώθω ήδη υπερευτυχισμένη και ευγνώμων για όσα μου συμβαίνουν. Κάνω το όνειρό μου πραγματικότητα.
Το θέμα της ταπεινότητας είναι υπαρξιακό — δεν χρειάζεται να παίρνουμε τους εαυτούς μας υπερβολικά σοβαρά. Ηθοποιοί είμαστε. Πολλές φορές στην πρόβα νιώθω τόσο προνομιούχα, σαν να συμμετέχω σε ένα υπέροχο παιχνίδι! Κι όταν πληρωνόμαστε, λέμε αστειευόμενοι μεταξύ μας: «Ουάου, πληρωνόμαστε για να το κάνουμε αυτό Κυριακή πρωί;»
Είμαι γεμάτη και χαρούμενη. Η υποψηφιότητα για το βραβεία μου δίνει τεράστια δύναμη να συνεχίσω. Ακριβώς όπως μου δίνει δύναμη κι ένας θεατής όταν έρχεται στο τέλος και μου λέει απλώς «ευχαριστώ».
Πιστεύεις ότι το θέατρο μπορεί να αλλάξει κάτι στη σύγχρονη εποχή;
Θέλω να πιστεύω πως μπορεί. Προφανώς τα πράγματα δεν αλλάζουν εύκολα· οι δομές και οι εξουσίες που μας κυβερνούν είναι πολύ συμπαγείς. Δεν θεωρώ ότι μια παράσταση θα ρίξει μια κυβέρνηση, πιστεύω όμως ότι μετατοπίζει τα πράγματα σε ένα άλλο επίπεδο — πιο πνευματικό και συναισθηματικό. Αλλάζει, πρώτα από όλα, εμάς τους ίδιους που συμμετέχουμε.
Η τέχνη ενεργεί αργά. Ο ρόλος της δεν είναι η απλή διασκέδαση ή το να μας κάνει απλώς να νιώσουμε βολικά, αλλά να μας κρατήσει τον καθρέφτη και να μας ρωτήσει: «Δεν είναι οκ αυτό που ζούμε. Βλέπετε πώς είμαστε; Το θεωρείτε φυσιολογικό;». Το έχω βιώσει και στην προσωπική μου εξέλιξη. Αυτή η στιγμή της συνειδητοποίησης είναι μαγική και αναντικατάστατη.
Η παράσταση μεταφέρθηκε κυρίως από «στόμα σε στόμα». Πού οφείλεται πιστεύεις αυτή η ανταπόκριση;
Ήταν συγκινητικό να βλέπουμε ανθρώπους που δεν μας γνώριζαν να έρχονται επειδή τους το πρότεινε κάποιος άλλος. Παρότι ζούμε στην εποχή των social media —τα οποία χρειάζονται, αρκεί αυτό που προβάλλεις να ανταποκρίνεται στην αλήθεια της παράστασης—, η ζωντανή σύσταση παραμένει η ισχυρότερη.
Σίγουρα ο Άμλετ ως τίτλος ελκύει, όμως θεωρώ ότι ο κόσμος εκτίμησε την ειλικρίνεια της πρότασής μας. Είδε ηθοποιούς που κατέθεσαν σώμα και ψυχή, σε μια δουλειά φροντισμένη, χωρίς περιττούς εντυπωσιασμούς. Ως ανεξάρτητη παραγωγή, καταβάλαμε τεράστια προσπάθεια και το κοινό εισέπραξε αυτή την υπέρβαση.
Ήθελα να μπορεί να έρθει η μητέρα μου, κι ας μην καταλάβαινε κάθε λεπτομέρεια, αλλά να μπορεί να παρακολουθήσει και να συγκινηθεί. Θέλω το θέατρο να είναι γεμάτο και οι ηθοποιοί να εισπράττουν αυτή τη ζωντανή σύνδεση.
Καταθέτω την αλήθεια μου, χωρίς όμως να τη θεωρώ απόλυτη — την αμφισβητώ διαρκώς. Την μοιράζομαι με την ομάδα και μέσα από τη σύγκρουση και τη σύνθεση προκύπτει κάτι συλλογικό. Το ενδιαφέρον έγκειται στο να θέτεις τα σωστά ερωτήματα στο κοινό.
Πόσο εύκολο είναι να είσαι στο χώρο των τεχνών και να επιβιώνεις σήμερα;
Οι συνθήκες για να ζήσεις από αυτό το επάγγελμα και να παλέψεις με τους κανόνες του συστήματος είναι πολύ δύσκολες. Για μια γυναίκα δε, είναι ακόμη δυσκολότερες. Όμως, πιστεύω βαθιά ότι αν έχεις καθαρή πρόθεση, αν κοιτάς τον δικό σου δρόμο και δουλεύεις σκληρά χωρίς να περισπάσαι από το τι γίνεται γύρω σου, κάποια στιγμή θα φτάσεις εκεί που ονειρεύεσαι.
Αν ήμουν άντρας, σίγουρα θα κάναμε μια διαφορετική συζήτηση. Αρκετές φορές σε συζητήσεις με παραγωγούς έχω νιώσει υποτιμητικά ως γυναίκα και πάντα αναρωτιόμουν αν θα μου συμπεριφέρονταν έτσι αν ήμουν άντρας σκηνοθέτης. Ακόμα και στις πρόβες, με ανθρώπους που αγαπώ και εκτιμώ, έχει τύχει να εισπράξω μια συμπεριφορά που με έκανε να σκεφτώ: «Αν ήμουν ένας καταξιωμένος άντρας σκηνοθέτης, θα μου απαντούσες με τον ίδιο τρόπο;».
Όλα αυτά όμως δεν με θυμώνουν — με πεισμώνουν! Όχι για να αλλάξω εγώ ως χαρακτήρας, αλλά για να συνεχίσω να υπηρετώ αυτό που κάνω, όποιες κι αν είναι οι συνθήκες. Μέσα από αυτή τη διαδικασία ενδυναμώνεσαι. Θέλω να πιστεύω ότι σιγά σιγά το παλιό, εξουσιαστικό μοντέλο με τον «σκηνοθέτη-θεό» αλλάζει. Όταν φέρεσαι όμορφα στον συνεργάτη σου και του δίνεις ζωτικό χώρο, εισπράττεις την πιο ειλικρινή αφοσίωση.
Στη διαδρομή μιας παραγωγής υπάρχουν πολλοί πειρασμοί. Αναρωτιέσαι αν πρέπει να ακολουθήσεις τις τάσεις της εποχής για να αρέσεις. Είμαι τυχερή που συνεργάζομαι με μια παραγωγό, τη Μαριλένα Καλαϊτζαντωνάκη, που σέβεται απόλυτα τις καλλιτεχνικές μου επιλογές. Αντιστέκομαι στην ευκολία του εντυπωσιασμού. Με ενδιαφέρει να δημιουργήσω μια ουσιαστική σχέση με τον θεατή. Μπορείς, για παράδειγμα, να επιλέξεις να σοκάρεις το κοινό — αλλά για ποιο λόγο; Κοιμάμαι και ξυπνάω με τη βασανιστική ερώτηση: «Γιατί;». Αν ξέρεις το γιατί, προχωράς· αν όχι, υπάρχει πρόβλημα.
Ποια είναι τα επόμενα σχέδιά σου;
Έχουμε λάβει επιχορήγηση για ένα νέο θεατρικό έργο που γράφω, με τίτλο «Αύγουστος». Πραγματεύεται το ζήτημα της γυναικείας κακοποίησης και της έμφυλης βίας, εστιάζοντας στον τρόπο με τον οποίο οι γυναίκες καλούνται να πάρουν τη δικαιοσύνη στα χέρια τους.