Εκλογικές ουτοπίες και κενά πολιτικής επικοινωνίας
Οταν τα ζητούμενα των πολιτών είναι η παραγωγή αξιόπιστων απαντήσεων σε προκλήσεις των καιρών, όπως είναι η διεύρυνση των κοινωνικών ανισοτήτων, η συρρίκνωση της μεσαίας τάξης και ο κοινωνικός αποκλεισμός των διαρκώς αυξανόμενων ευάλωτων ομάδων, η κλιματική κρίση και η ανάγκη περιορισμού της εξάρτησης από τα ορυκτά καύσιμα, η επανάσταση της τεχνητής νοημοσύνης και η υστέρηση του εκπαιδευτικού συστήματος, είναι τουλάχιστον παράδοξη η εμμονή που δείχνουν οι πρωταγωνιστές του κομματικού ανταγωνισμού με τις τακτικές δημιουργίας εντυπώσεων που έρχονται σε κατάφωρη αντίθεση με την πραγματικότητα.
Τέτοιες είναι αυτές που υιοθετεί η συμπολίτευση ωραιοποιώντας συστηματικά την οικονομική και κοινωνική πραγματικότητα. Τέτοιες είναι και αυτές που ακολουθούνται από τα κόμματα της αντιπολίτευσης όταν προβάλλουν εξωπραγματικές φιλοδοξίες για πρωτιά στις εκλογές έστω και με μια ψήφο.
Το γεγονός ότι το παράδειγμα αυτό ακολουθείται πλέον μέχρι και από την κυρία Καρυστιανού είναι προφανώς συμπτωματικό της αδυναμίας του κομματικού συστήματος να επικοινωνήσει με την κοινή γνώμη με τρόπο που δεν υποτιμά τη νοημοσύνη των πολιτών ούτε και επιβεβαιώνει τα σημεία ιστορικής αποδρομής του κομματικού φαινομένου που εμφανίζονται τελευταία ως παράγωγα της κρίσης αντιπροσωπευτικότητας των σύγχρονων δημοκρατιών.
Η αλήθεια είναι ότι κάποτε είχε πράγματι μεγαλύτερη σημασία για τα κόμματα η έκβαση της μάχης για τη λεγόμενη «παράσταση νίκης». Διότι έτσι αύξαναν τις πιθανότητες να προσεταιριστούν όσους από τους αναποφάσιστους συνηθίζουν να ακολουθούν το εκάστοτε ρεύμα του νικητή.
Αυτό όμως ίσχυε μόνο για τα κόμματα εξουσίας και μόνο για όσο δεν υπήρχε ο καθρέφτης των δημοσκοπήσεων στον οποίο μπορούσαν να κοιτάζονται γειώνοντας αναλόγως τις στρατηγικές τους.
Σήμερα ισχύει σε πολύ μικρότερο βαθμό. Το εκλογικό σώμα έχει αναπτύξει αντισώματα εναντίον των κομματικών επιχειρήσεων ψυχολογικού πολέμου. Με τον φαινομενικό ή ουσιαστικό εκδημοκρατισμό της πληροφόρησης έχει τη δυνατότητα να διαμορφώνει δική του άποψη και συνάμα τα κριτήρια των εκλογικών του προτιμήσεων. Και το κάνει με όλο και περισσότερο σύνθετους και αυτόνομους τρόπους.
Παραμένει, βέβαια, η αξία της παράστασης νίκης ως δείκτης κυριαρχίας της πολιτικής δύναμης που η κοινή γνώμη προεξοφλεί ότι θα κερδίσει τις εκλογές με ό,τι αυτό συνεπάγεται για το ψυχολογικό πλεονέκτημα που αποκτά έναντι των αντιπάλων της.
Από αυτή την άποψη η αλήθεια είναι ότι η χρησιμότητά της είναι ενίοτε σημαντικότερη από εκείνη της πρόθεσης ψήφου. Πράγμα που έχει τη σημασία του όχι μόνο για το ηθικό των φίλων και ψηφοφόρων της, αλλά και για τη λήψη των τελικών αποφάσεων εκείνων των πολιτών που ψηφίζουν λαμβάνοντας υπόψη και τη χρησιμότητα της ψήφου τους ως αντίβαρου στην αλαζονεία των προαλειφόμενων νικητών και των μονοκρατορικών τάσεων που εκδηλώνουν άμα τη επιτεύξει της ανόδου ή της παραμονή τους στην εξουσία.
Με τούτα και με τ’ άλλα, πάντως, το πολιτικό σύστημα κάθε άλλο παρά κερδισμένο βγαίνει από τον ανταγωνισμό των κατά συνθήκη ψευδών που αποδεικνύεται πλέον ότι δεν κουνάνε καν τις βελόνες των κομμάτων. Θα ήταν απείρως παραγωγικότερο για τα τελευταία να επιστρατεύσουν την όποια ευρηματικότητα διαθέτουν ακόμα σε μια προσπάθεια να ανακτήσει η πολιτική επικοινωνία τη διάσταση που περιέγραφε ο Γιούργκεν Χάμπερμας ως επικοινωνιακή δράση. Ως δράση, δηλαδή, που παράγει νόημα αναγνωρίζοντας τη σημασία του δημόσιου διαλόγου μεταξύ ισότιμων συνομιλητών.
Πολύ περισσότερο που, όπως θυμίζει ο νευρολόγος-ψυχίατρος Γιάννης Παπαδάτος στο βιβλίο «Λογική και ψυχοθεραπεία», που παρουσιάζουν οι εκδόσεις Gutenberg, την ερχόμενη Πέμπτη, «κυρίαρχο στοιχείο της ποιότητας [μιας κοινωνίας] είναι η καλή επικοινωνία σκέψεων, συναισθημάτων, αξιών μεταξύ των μελών της».
Το πρόβλημα στις ημέρες μας είναι ότι το κενό που δημιουργεί η απουσία μιας τέτοιας ποιότητας αναπληρώνεται συνήθως από την παρουσία της ανερχόμενης Ακροδεξιάς.
Ο Γιώργος Σεφερτζής είναι πολιτικός επιστήμονας – αναλυτής