Οι συμμαχίες δεν είναι αριθμητική αλλά όρος για την πολιτική αλλαγή
Μπαίνουμε σε περίοδο πυκνών πολιτικών εξελίξεων. Το 2027 αναμένονται κρίσιμες εκλογικές αναμετρήσεις σε Ελλάδα, Γαλλία, Ισπανία. Θα έχουν προηγηθεί οι ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ. Σε λίγους μήνες, ο πολιτικός χάρτης και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού μπορεί να είναι εντελώς διαφορετικός.
Η Γερμανία έδωσε ήδη μια πρώτη εικόνα. Η παραδοσιακή Δεξιά μετακομίζει στα ακροδεξιά και η AfD μετατρέπεται σε μαζικό πόλο. Δύσκολα θα αποδειχθεί γερμανική ιδιομορφία. Η ευρωπαϊκή Δεξιά διαχειρίστηκε τους πολέμους στην Ουκρανία και στη Μέση Ανατολή με τεράστιες ενεργειακές, οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες. Σημαντικό μέρος αυτής της δυσαρέσκειας το συλλέγει η Ακροδεξιά. Στον ίδιο χάρτη, όμως, υπάρχουν κι άλλες κουκίδες.
Η Ισπανία του Σάντσεθ, που επιλέγει ανοιχτές συγκρούσεις μέσα στην ΕΕ και απέναντι στον Τραμπ. Το Βερολίνο, όπου νίκησε η Die Linke. Η Σουηδία, όπου το κεντροαριστερό μπλοκ κέρδισε τις εκλογές και οδήγησε την Ακροδεξιά σε υποχώρηση. Οι ΗΠΑ, όπου ο εντυπωσιακός Μαμντάνι δεν αποτελεί μεμονωμένο επεισόδιο – η αριστερή πτέρυγα των Δημοκρατικών αποκτά αξιοσημείωτη δυναμική. H Βρετανία, με τη διαφαινόμενη μετατόπιση προς τα αριστερά της κυβέρνησης Μπέρναμ.
Τα παραπάνω δεν συγκροτούν ενιαίο υπόδειγμα. Δείχνουν όμως ότι η ακροδεξιά στροφή δεν είναι μονόδρομος. Μια προοδευτική πολιτική με καθαρό στίγμα, μπορεί να διεκδικήσει ξανά κοινωνικές πλειοψηφίες, κλονίζοντας μια παλιά βεβαιότητα: ότι οι εκλογές κερδίζονται στο Κέντρο.
Η Ελλάδα δεν βρίσκεται εκτός κάδρου.
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη κρύβει όλο και δυσκολότερα τις επιλογές της πίσω από μια δήθεν «σταθερότητα»: την ντροπιαστική ψήφο εμπιστοσύνης στον Νετανιάχου· τη στρατηγική επιλογή εξάρτησης από το ακριβό αμερικανικό LNG· τον συνεχή εμπαιγμό για την ακρίβεια· την προκλητική κερδοφορία των μεγάλων εισηγμένων απέναντι στη συμπιεσμένη αγοραστική δύναμη των εργαζομένων· το κράτος των ημετέρων. Η κοινωνική δυσαρέσκεια είναι ορατή παντού. Η κατεύθυνσή της όμως δεν είναι δεδομένη.
Η εμφάνιση της ΕΛΑΣ του Αλέξη Τσίπρα αναδιαμόρφωσε τους συσχετισμούς εντός του αριστερού, προοδευτικού χώρου. Το μεγάλο ζητούμενο όμως για συνολική αλλαγή των πολιτικών συσχετισμών παραμένει.
Η κυβέρνηση της Δεξιάς πρέπει να φύγει στις επόμενες εκλογές, όχι στις μεθεπόμενες. Αλλά για την ήττα της και την ανάσχεση της ακροδεξιάς στροφής δεν αρκεί η φθορά. Ούτε σημειακές διαφοροποιήσεις από το σημερινό μοντέλο.
Χρειάζεται πειστικό εναλλακτικό σχέδιο, ευθέως αντιπαραθετικό: από το κόστος διαβίωσης και την εργασία, μέχρι τα δημόσια αγαθά και το κράτος δικαίου. Και μια ενεργητική, πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική μακριά από τη λογική που μπερδεύει τον ρεαλισμό με τον κυνισμό και καταλήγει τελικά στον προκλητικό αμοραλισμό.
Σε αυτό το επίδικο οι κοινωνικές και πολιτικές συμμαχίες δεν είναι εκλογική αριθμητική. Είναι αναγκαίος όρος για όσα πρέπει να επιτευχθούν. Γιατί η φορολόγηση του μεγάλου πλούτου θα συναντήσει αντιστάσεις. Η σύγκρουση με τα καρτέλ επίσης. Το ίδιο και η πραγματική ενίσχυση της εργασίας.
Αυτές οι αλλαγές χρειάζονται κοινωνική δύναμη. Εργαζόμενους που δεν βγάζουν τον μήνα, νέους που αδυνατούν να πληρώσουν το νοίκι, μικρές επιχειρήσεις που συνθλίβονται μεταξύ κόστους ενέργειας και ολιγοπωλιακών αγορών, αγρότες που αισθάνονται εγκαταλελειμμένοι.
Χρειάζονται όμως και πολιτική ισχύ. Συσπείρωση δηλαδή των ευρύτερων δυνάμεων που πιστεύουν πραγματικά στην ανάγκη προοδευτικής αλλαγής. Πολιτικές δυνάμεις όμως που έχουν έγνοια να εκφράσουν τους «εκτός των τειχών» που διαρκώς αυξάνονται. Αυτούς δηλαδή που δεν καρπώνονται τα οφέλη της ανάπτυξης, βλέπουν το βιοτικό τους επίπεδο να πέφτει και νιώθουν ότι δεν εκπροσωπούνται.
Αυτή είναι για μένα η ουσία της συστράτευσης. Οχι απλώς να χωρέσουν περισσότεροι κάτω από μια εκλογική ομπρέλα. Αλλά να είναι πολλοί στην κοινωνία και στο πολιτικό σύστημα αυτοί που θα υπερασπιστούν τις αναγκαίες τομές.
Ο Αλέξης Χαρίτσης είναι ανεξάρτητος βουλευτής Μεσσηνίας, πρώην υπουργός