Στην εποχή των «εύκολων» πολέμων
Παράξενος πόλεμος. Δεν κηρύχθηκε ποτέ επισήμως. Ούτε βαφτίστηκε καν πόλεμος. Ξεκίνησε μ’ ένα εντυπωσιακό χτύπημα που αποκεφάλισε την ιρανική ηγεσία. Συνεχίστηκε τυλιγμένος σ’ ένα σύννεφο αντιφατικών δηλώσεων του αμερικανού προέδρου για τους στόχους, την πορεία και την έκβασή του.
Απλώθηκε στη Μέση Ανατολή, ενέπλεξε όλες τις χώρες του Περσικού Κόλπου, έβαλε φωτιά στον Λίβανο, κατέστρεψε ενεργειακές υποδομές. Προκάλεσε τη μεγαλύτερη διαταραχή του παγκόσμιου εμπορίου από τις ημέρες της πανδημίας και τίναξε τον πληθωρισμό χειρότερα απ’ ό,τι ο άλλος πόλεμος, εκείνος στην Ουκρανία – που ούτε αυτός ονομάστηκε ποτέ πόλεμος, μα συνεχίζεται στην καρδιά της Ευρώπης έχοντας ξεπεράσει σε διάρκεια τον Πρώτο Παγκόσμιο.
Και τώρα; Το τέλος των επιχειρήσεων έχει ανακοινωθεί, όπως μέτρησαν οι υπομονετικοί παρατηρητές, 37 φορές ως τώρα. Στις αρχές Απριλίου, συμφωνήθηκε μια εκεχειρία που στα χαρτιά ισχύει πάντα, αν και η ανταλλαγή χτυπημάτων δεν σταμάτησε ποτέ. Ανακοινώθηκε τώρα μια νέα εκεχειρία. Μα στο παρά πέντε, ένα ισραηλινό χτύπημα κατά της Βηρυτού έδειξε πόσο εύθραυστη θα είναι κάθε συμφωνία. Τουλάχιστον μέχρι τα κρίσιμα εκλογικά ραντεβού του φθινοπώρου, στις ΗΠΑ και το Ισραήλ.
Αλλωστε, τι επιδιώκεται με τη νέα ανακωχή; Να σιγήσουν τα όπλα, να αποκατασταθεί η ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ και να πάρει τη σκυτάλη η διπλωματία. Να γυρίσουμε δηλαδή εκεί που βρισκόμασταν στις 28 Φεβρουαρίου. Γιατί και τότε, πριν από το πρώτο χτύπημα, οι ΗΠΑ και το Ιράν είχαν μόλις ολοκληρώσει έναν γύρο διαπραγματεύσεων στη Γενεύη κι ετοιμάζονταν για έναν επόμενο γύρο στη Βιέννη.
Η διαδικασία διακόπηκε τότε βίαια. Επειδή ο Τραμπ πίστεψε, πράγματι, πως το Ιράν απείχε λίγες εβδομάδες από τη δημιουργία πυρηνικού όπλου; Επειδή τον έπεισε ο σύμμαχός του πως το καθεστώς ήταν έτοιμο να πέσει και χρειαζόταν απλώς μια μικρή εξωτερική ώθηση; Πως ήταν τόσο αδύναμοι πια οι αγιατολάχ της Τεχεράνης που μερικές βόμβες θα τους έκαναν να δεχθούν κάθε υποχώρηση; Ή μήπως επειδή, όπως είχε πει ο Μάρκο Ρούμπιο, η Ουάσιγκτον ήξερε ότι οι Ισραηλινοί θα χτυπούσαν έτσι κι αλλιώς και προτίμησε να είναι παρούσα στις επιχειρήσεις αντί να υποστεί απλώς τις συνέπειές τους;
Οπως κι αν ξεκίνησε αυτή η περιπέτεια, το βέβαιο είναι ότι τώρα αυτό που επιδιώκεται είναι, απλώς, η επιστροφή στην προ του πολέμου κατάσταση. Και ούτε καν αυτό μοιάζει εύκολο. Ο Νετανιάχου έχει δείξει, στο μεταξύ, την ικανότητά του να τραβά από τη μύτη τον Λευκό Οίκο του Τραμπ. Και το Ιράν έχει δείξει την αξία του πραγματικού όπλου που διαθέτει. Τη δυνατότητά του να κλείνει τα Στενά του Ορμούζ. Κάθε πρόβλεψη, εδώ που βρισκόμαστε, θα ήταν παρακινδυνευμένη. Δύο συμπεράσματα, όμως, μοιάζουν αδιαμφισβήτητα.
Το ένα είναι πως ο πόλεμος δεν ανήκει πια στη σφαίρα του αδιανόητου. Ισως επειδή η εξέλιξη της τεχνολογίας κάνει τον πόλεμο πιο «φθηνό», πιο εύκολο. Ισως επειδή η εμπειρία της Ουκρανίας και του Περσικού Κόλπου διαβάζεται από πολλούς, ως απόδειξη ότι ο τυπικός συσχετισμός δύναμης δεν εξασφαλίζει στον ισχυρό βέβαιη ή εύκολη νίκη. Ισως επειδή οι αλγόριθμοι των έξυπνων όπλων σαν να ελαφραίνουν το ηθικό βάρος μιας μοιραίας απόφασης.
Ισως επειδή η κρίσιμη πολεμική τεχνολογία βρίσκεται σχεδόν ολοκληρωτικά στα χέρια της ελεύθερης αγοράς. Ισως επειδή η «κουλτούρα της δύναμης» έχει εμπεδωθεί στη διεθνή ζωή και στο εσωτερικό μεγάλων δυνάμεων, σαν να έχουν απαλλαγεί από το αίσθημα ευθύνης που το μέγεθος και η ισχύς τους συνεπάγεται. Ισως για όλα αυτά, φαίνεται πως έχουμε μπει σε μια περίοδο που τα όπλα διεκδικούν τα πρωτεία απέναντι στη διπλωματία, για πρώτη φορά από το τέλος του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου.
Κι ένα δεύτερο συμπέρασμα, είναι πως η μεγάλη δύναμη που είχε αναθέσει στον εαυτό της, τα τελευταία 80 χρόνια κι ακόμη περισσότερο από το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, τον ρόλο του υπέρτατου διαιτητή στις διαμάχες των άλλων, βλέπουμε τώρα να παραιτείται από το αξίωμα του κριτή, να κατεβαίνει στον στίβο, να γίνεται η ίδια διάδικος. Και να υποχρεώνεται τώρα, να προσφύγει στη μεσολάβηση και τη διαιτησία άλλων. Χωρών, όπως το Πακιστάν, το Κατάρ ή η Αίγυπτος.
Οπως κι αν τελειώσει, λοιπόν, η περιπέτεια στη Μέση Ανατολή, αυτά τα δύο νέα δεδομένα θα συνεχίσουν να βαραίνουν τη μοίρα του κόσμου· και δεν μπορεί να αφήνουν αδιάφορη μια χώρα σαν την Ελλάδα, που βρίσκεται σε μια περιοχή σαν τη δική μας, με μια παγωμένη διαμάχη δεκαετιών, την οποία είχε ως τώρα την πεποίθηση πως μπορεί να αφήνει άλυτη, να την παραπέμπει στο μέλλον, με τη σιγουριά πως ο διαιτητής δεν θα αφήσει ποτέ να συμβεί κάτι ανεπανόρθωτα κακό.