Ένωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων: Αναζητούνται κίνητρα για να επενδυθούν 119 δισ. που «κάθονται»
Σε κάτι παραπάνω από 119 δισ. ευρώ υπολογίζονται οι καταθέσεις μίας ημέρας των νοικοκυριών που χάνουν καθημερινά την αξία τους λόγω του πληθωρισμού. Με τα επιτόκια των εν λόγω καταθέσεων στο 0,03% και τον πληθωρισμό να «τρέχει» με αυξανόμενους ρυθμούς – ανήλθε σε 2,9% το 2025 και οι εκτιμήσεις της ΤτΕ τον «βλέπουν» στο 3,1% τη φετινή χρονιά – το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών μελετά μοντέλα και παραδείγματα ξένων χωρών ώστε ένα σημαντικό μέρος αυτών των χρημάτων να διοχετευθεί στην πραγματική οικονομία μέσω επενδύσεων.
Ο υπουργός Οικονομικών της Ιρλανδίας Σάιμον Χάρις έκανε την αρχή πριν από λίγες ημέρες, ανακοινώνοντας τη δημιουργία νέων αποταμιευτικών – επενδυτικών λογαριασμών με φορολογικά κίνητρα, που θα τεθούν σε λειτουργία εντός του 2027. Στην παρουσίαση της πρωτοβουλίας, ο ίδιος υπογράμμισε ότι το βασικό χαρακτηριστικό αυτών των λογαριασμών πρέπει να είναι η απλότητα, τόσο στη δημιουργία όσο και στη διαχείρισή τους.
Το ιρλανδικό σχέδιο βασίζεται στη θέσπιση μηδενικού φόρου μέχρι ένα όριο χρημάτων στους εν λόγω λογαριασμούς, προκειμένου η επένδυση των αποταμιεύσεων σε χρηματοοικονομικά προϊόντα όπως μετοχές, αμοιβαία κεφάλαια κ.λπ. να γίνει ελκυστικότερη. Το σχέδιο αυτό έρχεται την ώρα που στους ευρωπαϊκούς θεσμούς έχει φουντώσει η συζήτηση για την ανάγκη προώθησης της Ενωσης Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων (Savings and Investments Union).
Στην τελευταία συνεδρίαση του Eurogroup, ο πρόεδρος του οργάνου Κυριάκος Πιερρακάκης τόνισε ότι στο πλαίσιο της αυξημένης αβεβαιότητας, η Ενωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων είναι κομβικό εργαλείο προκειμένου να διοχετευθούν τα κεφάλαια των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων στην ευρωπαϊκή οικονομία, ενισχύοντας την ανταγωνιστικότητά της. Μάλιστα, ανέφερε ότι οι έξι μεγαλύτερες οικονομίες της ΕΕ έχουν αναλάβει πρωτοβουλίες προς αυτή την κατεύθυνση.
Ο σχεδιασμός στην Ελλάδα
Ωστόσο, τα αντίστοιχα σχέδια στην Ελλάδα δεν έχουν ακόμη προχωρήσει σε βάθος, σύμφωνα με πηγές της τραπεζικής αγοράς και του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών. Οπως έγραφαν «ΤΑ ΝΕΑ Σαββατοκύριακο» τον Ιανουάριο, η ελληνική πρόταση αναμενόταν να είναι έτοιμη προς τα τέλη του έτους, όμως η ανάγκη αντιμετώπισης της ακρίβειας που προκαλεί η γεωπολιτική κρίση, σε συνδυασμό με την επαναφορά της συζήτησης για πρόωρες εκλογές, αναμένεται να «σπρώξει» χρονικά τις όποιες πρωτοβουλίες της οδού Νίκης.
Η Ελλάδα, όμως, βρίσκεται στο επίκεντρο του προβλήματος, βρισκόμενη στις τελευταίες θέσεις στην ευρωζώνη όσον αφορά το ποσοστό του πλούτου των νοικοκυριών που τοποθετείται σε επενδύσεις, το οποίο ανέρχεται σε περίπου 15% και υπολογίζεται κοντά στα 65 δισ. ευρώ. Στην ευρωζώνη, το αντίστοιχο ποσοστό κυμαίνεται μεταξύ 30% κατά μέσο όρο, με χώρες όπως το Βέλγιο και η Γαλλία να βρίσκονται ακόμα ψηλότερα, κοντά στο 40%.
Σύμφωνα με τραπεζικές πηγές, τα τελευταία χρόνια παρατηρείται σημαντική μετακίνηση κεφαλαίων από καταθέσεις σε επενδυτικά προϊόντα, με στόχο την προστασία των αποταμιεύσεων των νοικοκυριών από τον πληθωρισμό. Βάσει των επίσημων στοιχείων της Ενωσης Θεσμικών Επενδυτών (ΕΘΕ), το ενεργητικό των εταιρειών διαχείρισης αμοιβαίων κεφαλαίων (ΑΕΔΑΚ) έχει σχεδόν τριπλασιαστεί από το 2023, από 11 δισ. σε 30,2 δισ. ευρώ.
Οι τράπεζες μάλιστα έχουν δημιουργήσει αποταμιευτικούς – επενδυτικούς λογαριασμούς, μέσω των οποίων τοποθετείται περίπου το 50% των νέων επενδύσεων σε αμοιβαία κεφάλαια. Ομως, το κενό που χωρίζει την Ελλάδα από την ευρωζώνη στις επενδύσεις των νοικοκυριών παραμένει πολύ μεγάλο και υπολογίζεται κοντά στα 75 δισ. ευρώ. Οπως επισημαίνουν στα «ΝΕΑ» πηγές της τραπεζικής αγοράς, ένα μοντέλο σαν αυτό που επεξεργάζεται η Ιρλανδία θα μπορούσε να δώσει κίνητρο για ενίσχυση της «μετατροπής» των απλών καταθέσεων σε επενδύσεις.
Κίνητρα ζήτησε σε πρόσφατή του παρέμβαση και ο πρόεδρος του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Αθηνών (ΕΒΕΑ) Γιάννης Μπρατάκος, λέγοντας πως «η μετάβαση από την αποταμίευση στην επένδυση δεν θα γίνει αυτόματα» και προσθέτοντας ότι «η χρηματοοικονομική εκπαίδευση, η οικοδόμηση εμπιστοσύνης και η ενίσχυση της επενδυτικής συνείδησης είναι μια βαθιά αναπτυξιακή επιλογή».
Μοντέλα Γαλλίας και Βελγίου
Σχετικές προτάσεις κατέθεσε τον περασμένο Δεκέμβριο η Επιτροπή Ανταγωνισμού, στην ενδιάμεση έκθεση της κλαδικής έρευνας για τις τραπεζικές καταθέσεις. Ειδικότερα, πρότεινε την υιοθέτηση μοντέλων όπως αυτό των «κρατικών καταθέσεων» της Γαλλίας, ή του βελγικού μοντέλου καταθέσεων δύο ταχυτήτων.
Στη Γαλλία, οι τράπεζες προσφέρουν στους πελάτες τη δυνατότητα να τοποθετήσουν τα χρήματά τους σε λογαριασμούς που είναι συνδεδεμένοι με τα κρατικά ταμεία (Livret A), με υψηλά επιτόκια 2% – 4%, τα οποία ορίζονται από την κεντρική τράπεζα και το υπουργείο Οικονομικών. Οι εν λόγω λογαριασμοί χρηματοδοτούν τον κρατικό προϋπολογισμό, που στη συνέχεια διοχετεύει τα χρήματα σε δημόσιες επενδύσεις κοινωνικού κυρίως ενδιαφέροντος, όπως είναι η κοινωνική στέγη και οι αστικές υποδομές. Οι καταθέτες έχουν τη δυνατότητα για ελεύθερες αναλήψεις από τους λογαριασμούς αυτούς ανά πάσα στιγμή, χωρίς χρεώσεις.
Στο Βέλγιο εφαρμόζεται διπλό επιτόκιο στις καταθέσεις των νοικοκυριών. Το χαμηλό επιτόκιο βάσης (αντίστοιχο των καταθέσεων ταμιευτηρίου) εφαρμόζεται στο συνολικό κατατεθειμένο ποσό. Ομως, τα χρήματα που παραμένουν στον λογαριασμό για διάστημα άνω του ενός έτους, τοκίζονται με υψηλότερο, προνομιακό, επιτόκιο, ενθαρρύνοντας την αποταμίευση.
Ωστόσο, οι τράπεζες δεν μπορούν να τοποθετήσουν τις εν λόγω καταθέσεις (ακόμα και αυτές που μένουν για καιρό στους λογαριασμούς) σε επενδύσεις υψηλού ρίσκου (π.χ. μετοχές). Αντιθέτως, το μοντέλο που επεξεργάζεται η Ιρλανδία μοιάζει περισσότερο με τους λογαριασμούς ατομικών αποταμιεύσεων (Individual Savings Accounts, ISA) που κυριαρχούν στο Ηνωμένο Βασίλειο και επενδύουν σε διαφόρων ειδών χρηματοοικονομικά προϊόντα, με τις αποδόσεις που λαμβάνει ο πολίτης να εξαιρούνται από φορολογία για ποσά έως 20.000 στερλίνες.
Ολα αυτά, όμως, προϋποθέτουν την ύπαρξη επαρκών αποταμιεύσεων. Στη χώρα μας, 7 στους 10 καταθετικούς λογαριασμούς έχουν υπόλοιπο κάτω από 1.000 ευρώ, ενώ τραπεζικές πηγές αναφέρουν ότι η Ελλάδα έχει το χαμηλότερο ποσοστό αποταμίευσης στην ΕΕ, το οποίο είναι μάλιστα αρνητικό και υπολογιζόταν στο -3,1% στο γ’ τρίμηνο του 2025, σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ. Δηλαδή, όχι απλά δεν επενδύουμε, αλλά τρώμε από τα έτοιμα.