Το σταυρικό ζήτημα των εκλογών
Το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, που βρίσκεται – χάρη στην επέμβαση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας – σε εξέλιξη ωθεί σε σκέψεις και προτάσεις για πάταξη της διαπλοκής και του ρουσφετιού. Δεν ανακαλύπτουμε, όμως, τον τροχό, όλα έχουν ήδη από καιρό ειπωθεί – αλλά όχι πραγματωθεί… Πρώτο και κύριο η κατάργηση του σταυρού προτίμησης στις εκλογές, που συνοδεύεται συχνά από την πρόταση για εισαγωγή ενός συστήματος παρόμοιου με το λεγόμενο «γερμανικό μοντέλο».
Πράγματι, στο κυνήγι του σταυρού αναπτύσσονται πολλαπλές εξαρτήσεις, κυρίως από ισχυρούς οικονομικούς παράγοντες, αλλά και προς μέσα μαζικής ενημέρωσης. Το σύστημα αυτό της θεσμοθετημένης συναλλαγής (ψήφος, χρήματα ή επιρροή έναντι μικρών ή μεγάλων εξυπηρετήσεων) αποθαρρύνει δυνάμει άξιους υποψηφίους, που έχουν το ήθος αλλά όχι το σθένος να ανταγωνιστούν ανθυποψηφίους έτοιμους να αξιοποιήσουν αδιαφανείς μεθόδους. Πολλοί βουλευτές αναγκάζονται να μπουν σ’ αυτό το παιχνίδι, ή, ειδάλλως, να τα παρατήσουν, καθώς ο ανταγωνισμός – κυρίως μεταξύ υποψηφίων του ίδιου, και δη του κυβερνώντος, κόμματος – δεν έχει και μεγάλη σχέση με την πραγματική τους ικανότητα να σκεφτούν, να μελετήσουν και να εφαρμόσουν πολιτικές προτάσεις και μέτρα επίλυσης των πραγματικών και συνολικών προβλημάτων. Και αντίστροφα, οι πολίτες απογοητευμένοι από την απουσία συνολικών λύσεων εκμαυλίζονται και καταφεύγουν στην προσωπική βόλεψη, σε ένα αδιάκοπο «ο σώζων εαυτόν σωθήτω»! Καμία από τις δύο πλευρές δεν είναι άμοιρη ευθυνών· η διαπλοκή προϋποθέτει συνεργασία αμφότερων.
Με το προτεινόμενο «γερμανικό» σύστημα, οι βουλευτές εκλέγονται σε δύο ειδών εκλογικές περιφέρειες, τις μονοεδρικές, όπου τα κόμματα ανταγωνίζονται μεταξύ τους με ένα μόνον υποψήφιο το καθένα (με έναν αναπληρωματικό του), και τις ευρείες ή πολυεδρικές, όπου έχουμε δεσμευμένο συνδυασμό (λίστα). Ο κάθε ψηφοφόρος έχει δύο ψήφους χωρίς να υποχρεούται να ψηφίσει το ίδιο κόμμα και στις δύο κάλπες. Πρώτα εκλέγονται οι βουλευτές στις μονοεδρικές, όπου το σύστημα είναι πλειοψηφικό, και μετά στις πολυεδρικές, όπου είναι αναλογικό, έτσι ώστε κανένα κόμμα να μην πάρει περισσότερες ή λιγότερες έδρες από αυτές που του αναλογούν.
Είναι, έτσι, προς το συμφέρον του κόμματος να βρει για τις μεν μονοεδρικές υποψηφίους με άμεση επαφή και αποδοχή από τις τοπικές κοινωνίες, όπου και τα χρήματα που θα χρειάζονται για την προεκλογική εκστρατεία θα είναι λιγότερα. Από την άλλη, στις ευρείες περιφέρειες, οι λίστες μπορούν να στελεχώνονται με προσωπικότητες κύρους, οι οποίες θα προσελκύσουν ψηφοφόρους από όμορους πολιτικούς χώρους και θα ενισχύσουν την ποιότητα της κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης. Η πρόταση μπορεί να συμπληρωθεί και από έναν περιορισμό βουλευτικών θητειών (ή ετών βουλευτικής θητείας), ιδίως για τους εκλεγόμενους στις ευρείες περιφέρειες με λίστα.
Το μεγάλο στοίχημα είναι να μην ενδυναμωθεί ακόμη περισσότερο ο αρχηγός του κόμματος, που ήδη ελέγχει την πόρτα προς το ψηφοδέλτιο. Γι’ αυτό απαιτείται (συνταγματική) κατοχύρωση της εσωκομματικής δημοκρατίας και εφαρμογή της στην πράξη, ακόμη και με ποινή αποκλεισμού από τις εκλογές σε περιπτώσεις εξόφθαλμων παραβιάσεων. Ο κίνδυνος εδώ είναι ότι μπορεί ο ανταγωνισμός να καταστεί ενδοκομματικός.
Προφανώς, η αλλαγή αυτή πρέπει να συνοδεύεται και από άλλες διασυνδεδεμένες διαρθρωτικές και θεσμικές αλλαγές: μια αποκομματικοποιημένη και αποτελεσματική δημόσια διοίκηση, επιλογή των στελεχών κρατικών δομών με βάση τα προσόντα τους και όχι την κομματική τους ταυτότητα (σαν το open gov, που είχε εφαρμόσει η κυβέρνηση Γιώργου Παπανδρέου), διαφάνεια και λογοδοσία, πρόσβαση στην πληροφορία και έναν εντατικό έλεγχο της χρηματοδότησης κομμάτων και υποψηφίων βουλευτών.
Υπάρχει, όμως, η πολιτική βούληση εκ μέρους πολιτών και πολιτικών;
Η Λίνα Παπαδοπούλου είναι καθηγήτρια Συνταγματικού Δικαίου στη Νομική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης