Masterchef στον Κορυδαλλό
Στην καρδιά του σωφρονιστικού συγκροτήματος του Κορυδαλλού, εκεί όπου η καθημερινότητα ορίζεται από περιορισμούς, κανόνες, ελάχιστο ζωτικό χώρο και μια σιωπηλή επανάληψη, υπάρχει και μια εξαίρεση. Ενα εγχείρημα που έρχεται να αμφισβητήσει τον ίδιο τον πυρήνα της τιμωρητικής λογικής του εγκλεισμού. Η σχολή αρτοποιίας και ζαχαροπλαστικής που λειτουργεί εντός των φυλακών δεν είναι απλώς ένα εκπαιδευτικό πρόγραμμα. Είναι μια προσπάθεια επαναπροσδιορισμού της έννοιας της ποινής, μια απόπειρα να αποκτήσει ο χρόνος της κράτησης νόημα, προοπτική και συνέχεια.
Επί δεκαετίες, οι ελληνικές φυλακές κουβαλούσαν μια δομική αντίφαση: φιλοξενούσαν ανθρώπους που εργάζονταν, μάθαιναν στην πράξη μια τέχνη, συμμετείχαν σε παραγωγικές διαδικασίες – και όμως, όταν έβγαιναν, δεν είχαν τίποτα που να πιστοποιεί αυτή τη γνώση. Οι φούρνοι των φυλακών Κορυδαλλού λειτουργούν ήδη από τη δεκαετία του 1960. Χιλιάδες κρατούμενοι πέρασαν από εκεί, έμαθαν να ζυμώνουν, να ψήνουν, να παράγουν. Κανείς, όμως, δεν τους έμαθε πώς να μετατρέψουν αυτή τη γνώση σε επάγγελμα.
Αυτή η «ασυνέχεια», όπως την περιγράφει ο συνταξιούχος εκπαιδευτικός Γεώργιος Περσάκης, αποτέλεσε το βασικό κίνητρο για τη δημιουργία της σχολής. Ο ίδιος αφηγείται μια διαδρομή ζωής που συνδέθηκε με την εκπαίδευση εντός φυλακών ήδη από νεαρή ηλικία. Από τα 25 του χρόνια, όταν πρωτομπήκε σε σωφρονιστικό κατάστημα, έως τη συνταξιοδότησή του, διατήρησε την ίδια επιμονή: ότι η εκπαίδευση πρέπει να οδηγεί κάπου.
«Μια ζωή υπήρχε η ασυνέχεια του κράτους: είτε ενήλικοι είτε ανήλικοι στις φυλακές, όταν έβγαιναν δεν είχαν τίποτα για το “μετά”. Δηλαδή ένα χαρτί, που να τους δίνει μία δεύτερη ευκαιρία στη ζωή τους. Υπήρχε επιτακτική ανάγκη μετά από μία φοίτηση να υπάρχει μία πιστοποίηση που θα μπορεί να τους βοηθήσει στη μετέπειτα ζωή τους. Αυτό προσπαθήσαμε να κάνουμε με αυτή τη σχολή: η πιστοποίηση είναι κρατική και μπορεί να δώσει στους κρατουμένους μία ευκαιρία για τη μετέπειτα ζωή τους. Ημουν 25 χρονών όταν πήγα στις φυλακές και έλεγα να γίνει αυτή η σχολή και έγινε στα 60 μου.
Οι συνθήκες είναι δύσκολες, αλλά θεωρώ ότι αποκτούν τα εφόδια. Το γεγονός ότι η φοίτηση στη σχολή δεν προσμετράται ως “μεροκάματο” ή μείωση ποινής είναι ένα μείον. Κάνουμε προσπάθειες και προς αυτή την κατεύθυνση. Πρέπει να σκεφτόμαστε πως όλοι είμαστε κατά δύναμιν – κρατούμενοι. Μη βλέπουμε αυτούς τους ανθρώπους σαν κάτι διαφορετικό. Ολοι αξίζουν μία δεύτερη ευκαιρία».
Η τοποθέτησή του λειτουργεί σαν πυξίδα. Δεν πρόκειται απλώς για μια εκπαιδευτική μεταρρύθμιση, αλλά για μια βαθιά ανθρωποκεντρική προσέγγιση.
«Tabula rasa»
Η σημερινή πραγματικότητα στις φυλακές του Κορυδαλλού αποτυπώνει, σε μεγάλο βαθμό, αυτή τη μετατόπιση. Η διευθύντρια εκπαίδευσης και κατάρτισης των κρατουμένων Παρασκευή Κόντα περιγράφει ένα πολυσύνθετο εκπαιδευτικό οικοσύστημα που επιχειρεί να καλύψει ένα ευρύ φάσμα αναγκών.
Οπως εξηγεί, η πλειονότητα των κρατουμένων δεν έχει ολοκληρώσει ούτε την υποχρεωτική εκπαίδευση. Πολλοί, μάλιστα, δεν γνωρίζουν καν την ελληνική γλώσσα.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η εκπαίδευση οργανώνεται σε δύο επίπεδα: πρώτα η γενική παιδεία – ώστε να ολοκληρωθούν βασικές σπουδές – και στη συνέχεια η επαγγελματική κατάρτιση. Η σχολή αρτοποιίας και ζαχαροπλαστικής εντάσσεται στο δεύτερο.
Η Π. Κόντα, μιλώντας στα «ΝΕΑ», δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην εξατομικευμένη προσέγγιση. Οπως λέει, κάθε κρατούμενος αντιμετωπίζεται ως «tabula rasa». Μέσα από προσωπική συνέντευξη, επιχειρεί να χαρτογραφήσει το εκπαιδευτικό του προφίλ, τις ανάγκες και τις επιθυμίες του. Η φράση που απευθύνει στους νέους κρατουμένους είναι αποκαλυπτική: «Είμαστε εδώ για εσένα. Θες να πάμε να κάνουμε τη ζωή σου πιο χαρούμενη και πιο ευτυχισμένη;».
Η ίδια σημειώνει ότι δεν τίθενται περιορισμοί, πέρα από το ελάχιστο τυπικό προσόν – την ολοκλήρωση του γυμνασίου. Γι’ αυτό και καταβάλλεται προσπάθεια να προετοιμαστούν οι κρατούμενοι μέσα από άλλες δομές, ώστε να μπορέσουν να ενταχθούν στη σχολή. Συχνά, μάλιστα, οι συμμετέχοντες είναι άτομα που βρίσκονται κοντά στην αποφυλάκιση και έχουν επιδείξει καλή συμπεριφορά.
Η σχολή δεν είναι απλώς ένα θεωρητικό πρόγραμμα και η πρακτική διάσταση αποτελεί βασικό της πυλώνα. Το εργαστηριακό μέρος είναι αυτό που προσελκύει ιδιαίτερα τους κρατουμένους. Η επαφή με την παραγωγή, η δημιουργία ενός απτού προϊόντος, η αίσθηση ότι «φτιάχνεις κάτι» λειτουργούν καταλυτικά.
«Επιχείρηση» με 50 αρτεργάτες
Αυτή η διάσταση ενισχύεται από το γεγονός ότι η σχολή στηρίζεται σε μια ήδη υπάρχουσα παραγωγική μονάδα. Η Μαρίνα Μπούκη, προϊσταμένη της κεντρικής αποθήκης υλικού σωφρονιστικών καταστημάτων, εξηγεί ότι πρόκειται για μια πλήρως λειτουργική επιχείρηση, με περίπου 50 κρατούμενους αρτεργάτες. Η μονάδα λειτουργεί με όρους αγοράς, τηρεί όλους τους κανονισμούς και συμμετέχει ακόμη και σε διεθνείς διαγωνισμούς.
Το οικονομικό της αποτύπωμα είναι επίσης σημαντικό. Οπως αναφέρει στα «ΝΕΑ», πρόκειται για μια κερδοφόρα δραστηριότητα, τα έσοδα της οποίας επιστρέφουν στο κράτος και συμβάλλουν στην κάλυψη αναγκών των κρατουμένων σε όλη τη χώρα. Με άλλα λόγια, οι ίδιοι οι κρατούμενοι συμβάλλουν – μέσω της εργασίας τους – στη λειτουργία του συστήματος που τους φιλοξενεί.
Η σύνδεση της εκπαίδευσης με αυτή την παραγωγική διαδικασία είναι που δίνει στη σχολή τη μοναδική της αξία. Δεν πρόκειται για μια αποκομμένη μαθησιακή εμπειρία, αλλά για μια ολοκληρωμένη διαδικασία που συνδυάζει θεωρία, πράξη και επαγγελματική προοπτική.
Ο κοινωνικός λειτουργός Νικόλαος Κοκκίνης, με σχεδόν τρεις δεκαετίες εμπειρίας, υπογραμμίζει ακριβώς αυτή τη σύνδεση. Περιγράφει ότι το όραμα γεννήθηκε από μια απλή διαπίστωση: «Οι φούρνοι υπήρχαν ήδη, οι κρατούμενοι ήξεραν να δουλεύουν – αυτό που έλειπε ήταν η θεωρία και η πιστοποίηση». Από εκεί και πέρα, ξεκίνησε μια μακρά διαδικασία υλοποίησης που περιλάμβανε θεσμικές παρεμβάσεις, χρηματοδοτήσεις και συνεργασίες.
Σήμερα, η σχολή λειτουργεί σε κύκλο σπουδών τεσσάρων εξαμήνων, με εγγραφές κάθε Οκτώβριο. Ξεκίνησε με 16 σπουδαστές, αριθμός που ξεπέρασε το ελάχιστο απαιτούμενο όριο. Ηδη οι πρώτοι συμμετέχοντες έχουν περάσει στο δεύτερο εξάμηνο, ενώ – όπως σημειώνει ο ίδιος – αρχίζουν να σκέφτονται σοβαρά την επαγγελματική τους αποκατάσταση στον χώρο της εστίασης.
Η εκπαίδευση ως «ανάσα»
Η ανταπόκριση των κρατουμένων είναι έντονα θετική. Ο Ν. Κοκκίνης παρατηρεί ότι αποκτούν αυτοπεποίθηση, ενεργοποιούνται, συμμετέχουν. Πολλοί από αυτούς δημιουργούν πειραματικά γλυκίσματα και τα προσφέρουν στις οικογένειές τους κατά τα επισκεπτήρια, ως μια χειρονομία που έχει συμβολική και συναισθηματική αξία.
Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και η εκπαιδεύτρια ενηλίκων Μαρία Κορολή, η οποία διδάσκει μαθήματα γενικής παιδείας. Περιγράφει ότι η εκπαίδευση λειτουργεί ως «ανάσα» μέσα στην καθημερινότητα της φυλακής. Οι κρατούμενοι, όπως λέει, εκτονώνονται, αποκτούν ενδιαφέρον για τη ζωή και αρχίζουν να σκέφτονται το μέλλον με διαφορετικούς όρους.
Η ίδια τονίζει ότι πριν το 2023 δεν υπήρχε οργανωμένη εκπαιδευτική μέριμνα, γεγονός που καθιστά τη σημερινή κατάσταση αποτέλεσμα συντονισμένης προσπάθειας. Η συνεργασία μεταξύ των εμπλεκόμενων φορέων – διοίκησης, κοινωνικής υπηρεσίας, εκπαιδευτικών – χαρακτηρίζεται, όπως λέει, «υποδειγματική».
Κάθε νέο σχολείο, μια λιγότερη φυλακή
Το θεσμικό πλαίσιο υποστηρίζει πλέον αυτή την κατεύθυνση. Το Σύνταγμα κατοχυρώνει το δικαίωμα στην εκπαίδευση για όλους (έστω κι αν κάποιες φορές παραβιάζεται…), ενώ ο Σωφρονιστικός Κώδικας προβλέπει ρητά τη μέριμνα για την εκπαίδευση των κρατουμένων. Σε διεθνές επίπεδο, συμβάσεις και χάρτες δικαιωμάτων επιβάλλουν την ίση πρόσβαση στην εκπαίδευση, ανεξαρτήτως συνθηκών.
Το 2025, η τοποθέτηση διευθυντών εκπαίδευσης σε όλα τα σωφρονιστικά καταστήματα αποτέλεσε ένα σημαντικό βήμα προς την κατεύθυνση της οργάνωσης και του σχεδιασμού εκπαιδευτικών δράσεων. Παρά τις δυσκολίες και τις αγκυλώσεις που υπάρχουν, η πρόοδος είναι αισθητή.
Η σχολή αρτοποιίας και ζαχαροπλαστικής στον Κορυδαλλό εντάσσεται σε αυτό το ευρύτερο πλαίσιο. Οδηγεί σε πιστοποίηση επιπέδου 3, με δυνατότητα συνέχισης σπουδών. Η σημασία της πιστοποίησης είναι καθοριστική. Οπως επισημαίνει και ο Νικόλαος Κοκκίνης, πρόκειται για κάτι «χειροπιαστό», ένα πραγματικό εφόδιο που μπορεί να αξιοποιηθεί στην αγορά εργασίας. Σε έναν τομέα, μάλιστα, όπως ο επισιτισμός, όπου η ανεργία είναι σχεδόν μηδενική, οι προοπτικές είναι ιδιαίτερα θετικές.
Ο σπουδαστής της σχολής και κρατούμενος Χ.Π. περιγράφει στα ΝΕΑ: «Η φοίτηση στη σχολή βοηθά αφάνταστα, τόσο νέες ηλικίες, όσο και μεγάλους, οι οποίοι αφενός με την κτήση του πτυχίου θα έχουν καλή πρόσβαση στην αγορά εργασίας, για οικονομικούς λόγους, άμεσα, με την αποφυλάκισή τους, αλλά και με την καταγραφή ενσήμων που είναι προϋπόθεση για συνταξιοδότηση στο μέλλον. Υπάρχει πληθώρα μαθημάτων, μεγάλου ενδιαφέροντος, απολύτως συνδεδεμένα με το αντικείμενο ολιστικά. Εχουμε καθημερινή επαφή με σπουδαίους δασκάλους, οπτικοακουστική υποστήριξη, σημειώσεις και φυσική παράδοση. Είμαι πολύ ευχαριστημένος που έχω αυτή την ευκαιρία».
Θεσμικό κενό
Η αναφορά στην «ευκαιρία» δεν είναι τυχαία. Για πολλούς από αυτούς τους ανθρώπους, πρόκειται ίσως για την πρώτη φορά που αισθάνονται ότι τους δίνεται πραγματικά δεύτερη δυνατότητα.
Παρά τις θετικές εξελίξεις, τα προβλήματα δεν έχουν εξαλειφθεί. Η μη προσμέτρηση της φοίτησης ως μείωση ποινής αποτελεί ένα σημαντικό αντικίνητρο. Οι περιορισμοί σε υποδομές και πόρους εξακολουθούν να δυσκολεύουν την ανάπτυξη αντίστοιχων πρωτοβουλιών σε όλα τα σωφρονιστικά καταστήματα.
Ωστόσο, το παράδειγμα του Κορυδαλλού δείχνει ότι όταν υπάρχει συνεργασία, επιμονή και όραμα, μπορούν να γίνουν ουσιαστικά βήματα. Η εκπαίδευση παύει να είναι μια τυπική υποχρέωση και μετατρέπεται σε εργαλείο κοινωνικής πολιτικής. Ισως, τελικά, η μεγαλύτερη αξία της σχολής να μη βρίσκεται μόνο στα πτυχία που απονέμει ή στα προϊόντα που παράγει, αλλά στη μετατόπιση που επιφέρει: από την παθητικότητα στη δράση, από την απομόνωση στη συμμετοχή, από το στίγμα στην προοπτική.
Σε έναν χώρο που είναι ταυτισμένος με τον αποκλεισμό, η εικόνα ενός κρατουμένου που μαθαίνει, δημιουργεί και σχεδιάζει το μέλλον του αποκτά ιδιαίτερο συμβολισμό. Είναι η απόδειξη ότι η εκπαίδευση μπορεί να λειτουργήσει ως γέφυρα – όχι μόνο προς την αγορά εργασίας, αλλά και προς την κοινωνία. Φαίνεται να επιβεβαιώνεται στην πράξη εκείνη η φράση που συχνά επαναλαμβάνεται: ότι κάθε σχολείο που ανοίγει είναι ένα βήμα προς το κλείσιμο μιας φυλακής.