Αλέξης Κυριτσόπουλος: «Απελευθερώθηκα από τον φόβο»
«Μια σκηνή που εμφανίζονται όνειρα κι αναμνήσεις, σαν νούμερα ενός βαριετέ: αυτό είναι το “Θέατρο των αναμνήσεων“, μια συλλογή έργων που έχω κάνει τα τελευταία 15 χρόνια». Με αυτά τα λόγια ο ζωγράφος Αλέξης Κυριτσόπουλος περιγράφει τη νέα του έκθεση, την πρώτη μεγάλη παρουσίαση της δουλειάς του μετά την αναδρομική του το 2023 στη Δημοτική Πινακοθήκη του Δήμου Αθηναίων.
«Το ενδιαφέρον με τις αναμνήσεις είναι ότι δεν είναι παθητικές, αλλά μπορούν να πυροδοτήσουν κάτι που θα συμβεί στο μέλλον. Μας ανοίγουν δρόμους» προσθέτει, ενώ ξεφυλλίζει τον κατάλογο της έκθεσης, που περιλαμβάνει κείμενο του φιλοσόφου και στενού του φίλου, Στέλιου Ράμφου. Από τις σελίδες ξεπηδούν εικόνες γνώριμες της εικαστικής του γραφής, γεμάτες χρώματα κι αδρά περιγράμματα, που μοιάζουν «μαγικές» καθώς κάθε φορά που τις κοιτάζεις μπορείς να δεις και μια διαφορετική σύνθεση, ενώ οι τίτλοι – «Το αδύνατον», «Τι τρέχει;», «Συγχρόνως» – σε ξαφνιάζουν καθώς επιχειρείς να συνδέσεις την εικόνα με τον λόγο.
«Μια φορά ήρθαν σε μια έκθεσή μου μικροί μαθητές από ένα σχολείο. Φεύγοντας ένα παιδάκι έγραψε στο βιβλίο επισκεπτών ότι περισσότερο από όλα τού άρεσε το έργο με το σιντριβάνι. Δυο μέρες έψαχνα να βρω ποιο έργο εννοούσε, αλλά δεν τα κατάφερα. Δεν μπορείς να ξέρεις τι βλέπει ο καθένας στο έργο σου. Αν επέλεγα ο ίδιος τους τίτλους, θα ήταν ταυτόσημοι με όσα βλέπετε. Κοινότοποι. Δεν μπορώ να πω με λόγια αυτό που ζωγράφισα. Γι’ αυτό τους έβαλε η γυναίκα μου. Ηρθε κι ένας φίλος μου μια μέρα, βλέπει ένα έργο και με ρωτάει: “Αυτό το νησί είναι η Δοκός;”. Βάφτισα κι εγώ το έργο “Το νησί”» σχολιάζει ο Αλέξης Κυριτσόπουλος τους απρόσμενους τίτλους των έργων του, καθένα από τα οποία αποτελούν, όπως λέει, και μια αυτόνομη ιστορία.
Και το «Αδύνατον»; Ζωγραφίζεται;
Το αδύνατον έχει να κάνει με κάτι που ξεπερνά την υλικότητα. Στο έργο με τον συγκεκριμένο τίτλο βλέπουμε ένα καράβι να στέκεται λοξά πάνω στη θάλασσα. Η τέχνη από τη φύση της είναι παράλογη. Αναπαριστά την ψυχή του ανθρώπου. Ενας υλιστής δεν αναγνωρίζει την τέχνη.
Και πώς ξεκινάτε να το αποδώσετε στο χαρτί;
Δεν έχω κάτι συγκεκριμένο στο μυαλό μου. Η αφορμή μπορεί να είναι ένα χρώμα, μπορεί και όχι. Μπορεί να φτιάξω ένα βουνό και δίπλα ένα σπίτι και εν συνεχεία να ακυρώσω το βουνό και να του βάλω μια καμινάδα πλοίου. Είναι μια συνειρμική και διασκεδαστική διαδικασία. Μια συνεχής μεταμόρφωση που όταν τελειώνει, με μαγικό τρόπο, έχει βγει μια εικόνα. Το βέβαιο είναι ότι με ενδιαφέρει να ζωγραφίζω ανθρώπους. Τα τοπία προκύπτουν παρεμπιπτόντως και συχνά αισθάνομαι την ανάγκη να τα γεμίσω με ανθρωπάκια.
Αρχή πάντων είναι το χρώμα ή η γραμμή;
Η γραμμή είναι κάτι αυτοτελές. Δεν τη χρησιμοποιείς για να φτιάξεις κάτι. Κι αν το καταλάβεις, έχεις καταφέρει να μπεις στην αφηρημένη τέχνη. Προσωπικά το συνειδητοποίησα όταν μου χάρισαν ένα βιβλίο του σκιτσογράφου Σαούλ Στάινμπεργκ, ο οποίος με μια γραμμή φτιάχνει μια μπουγάδα, ένα τρένο, μια λίμνη…
Με βοήθησε πολύ και το λέω με πολλή ευγνωμοσύνη. Μπήκα στη ζωγραφική από το σκίτσο. Και το χρώμα προστέθηκε αφότου πήγα στο Παρίσι και είδα τα έργα του Κλεέ και του Ντελακρουά. Το χρώμα συνδέεται με το συναίσθημα. Δεν με ενδιαφέρει αν ταιριάζει το μπλε με το κίτρινο, ούτε η ακρίβεια. Με ενδιαφέρει να αποδώσω το αν κάποιος είναι στεναχωρημένος ή όχι.
Εδώ και μερικές εβδομάδες κυκλοφόρησε και το καινούργιο σας βιβλίο «Το καλό του καλού» (εκδ. Κέδρος). Μια ιστορία που μοιάζει για παιδιά, αλλά, όπως όλα σας τα βιβλία, διαβάζεται με πολύ ενδιαφέρον από τους ενηλίκους, ενώ φέτος το «Παραμύθι με τα χρώματα» συμπληρώνει μισό αιώνα παρουσίας στη ζωή μας. Ποια ανάγκη γεννά μια καινούργια ιστορία;
Ολα ξεκινάνε από μια ιδέα που πολλές φορές δεν ξέρω καν πώς έρχεται στο μυαλό μου, κι άλλες είναι ιστορίες που έχω ακούσει από φίλους. Με συγκινεί να ακούω ανθρώπους να μου λένε ότι το «Παραμύθι με τα χρώματα» είναι το πρώτο βιβλίο που διάβασαν, ότι το αγοράζουν για τα παιδιά τους και τα εγγόνια τους. Από την άλλη πλευρά, όσον αφορά τα βιβλία, με τρομάζει το γεγονός ότι ορισμένα από αυτά χάνονται, επειδή δεν πούλησαν αρκετά και οι εκδότες δεν τα ξαναβγάζουν.
Η ιστορία σαν ποτάμι παρασύρει τα πράγματα και ξέρω ότι αυτή είναι η ροή της ανθρωπότητας, αλλά δεν παύει να με στενοχωρεί.
Στα 60 και πλέον χρόνια της διαδρομής σας τι έχει αλλάξει στο εικαστικό σας σύμπαν;
Ξεφοβήθηκα. Απελευθερώθηκα. Είναι ένα συναίσθημα που ένιωσα πολύ πρόσφατα όταν δούλευα για το τηλεοπτικό αφιέρωμα στον Διονύση Σαββόπουλο («Long Play», Σκάι). Δεν μπορώ να θυμηθώ πότε φοβήθηκα. Μπορεί να με συνόδευε υποσυνείδητα ο φόβος από την εποχή της Δικτατορίας.
Μπορεί να φοβόμουν και από παιδί κι απλώς οι φόβοι μου να πήραν σάρκα και οστά τότε. Η άρση του φόβου με κάνει να ζωγραφίζω αλλιώς, όχι, αλλιώτικα με μια ελευθερία που πριν δεν αισθανόμουν. Και μπορεί να μην το διακρίνει ο θεατής, αλλά νιώθω ότι με έσπρωξε παρακάτω.