Αιγαίο και ελληνοτουρκικά
Σε συνέχεια της συνάντησης Μητσοτάκη – Ερντογάν στην Αγκυρα που έλαβε χώρα σε καλό κλίμα, αν και με πενιχρά αποτελέσματα, θα διατυπώσω μερικές σκέψεις για τη διένεξη του Αιγαίου, την ελληνοτουρκική διαφορά που φέτος συμπληρώνει 52 χρόνια.
Από ελληνικής πλευράς υπάρχουν δύο σχολές σκέψης από το 1974 μέχρι σήμερα: (α) η απορριπτική και (β) η εποικοδομητική στάση. Η πρώτη δεν επιζητά επίλυση των διαφορών του Αιγαίου στη λογική ότι το υπάρχον καθεστώς είναι υπέρ της Ελλάδας και ως εκ τούτου προς τι οι συνομιλίες ή η προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο.
Η εποικοδομητική σχολή είναι συνυφασμένη με τους πρωθυπουργούς Κωνσταντίνο Καραμανλή, Κωνσταντίνο Μητσοτάκη, Κώστα Σημίτη και Γιώργο Παπανδρέου. Στόχος οι αγαστές σχέσεις, με επίλυση όλων των ελληνοτουρκικών διαφορών που εκκρεμούν (Αιγαίο, Κυπριακό, μειονοτικά) προκειμένου να εδραιωθεί η ελληνοτουρκική προσέγγιση, όπως αυτή του 1929-1940 και του 1944-1953, προσέγγιση που ωφελεί και τις δύο χώρες.
Το κλειδί για την ελληνική εποικοδομητική στάση που οδηγεί στην επίλυση, όπως το είχαν αντιληφθεί ο Κωνσταντίνος Καραμανλής και ο Κώστας Σημίτης, είναι η Ελλάδα να μην επιμένει στο δικαίωμα επέκτασης στα 12 μίλια που θα καθιστούσε το Αιγαίο ελληνική θάλασσα και που όχι μόνο η Τουρκία αλλά κανένα κράτος που τα πλοία του διέρχονται το Αιγαίο θα αποδεχθεί.
Ωστόσο η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη παρά τη θετική συμβολή της με τη Διακήρυξη των Αθηνών και άλλα, τώρα υπό την πίεση των ιεράκων και εθνικιστών επέστρεψε στη στείρα γραμμή του Π. Μολυβιάτη: ότι επειδή η Ελλάδα θα χρειαστεί, προκειμένου να βρεθεί από κοινού αποδεκτή λύση, να συμβιβαστεί περισσότερο απ’ ό,τι αναμένει το ελληνικό κοινό (που αγνοεί το διεθνές δίκαιο δικαίου και την επίλυση διακρατικών διαφορών με βάση την ευθυδικία), καλό είναι η επίλυση να τεθεί στις ελληνικές καλένδες.
Οσο όμως σέρνουμε τα πόδια της και φαίνεται να μην επιθυμούμε επίλυση θα συμβούν τα εξής:
Πρώτον, η Ελλάδα θα εμφανιστεί διεθνώς στο ζήτημα του Αιγαίου, όπως η Κυπριακή Δημοκρατία στο Κυπριακό, ως αδιάλλακτη και αυτή να ευθύνεται για το αδιέξοδο και τη μη επίλυση.
Δεύτερον, η Τουρκία θα σκληρύνει τη στάση της και διαθέτει αρκετά πειστικά επιχειρήματα στη φαρέτρα της: (α) την παράλογη και εξωπραγματική εμμονή της Ελλάδας ότι υπάρχει μόνο μία διαφορά στο Αιγαίο, η υφαλοκρηπίδα, ενώ οι διαφορές είναι τουλάχιστον επτά και οι τρεις κυριότερες, η υφαλοκρηπίδα, η αιγιαλίτιδα ζώνη και ο εθνικός εναέριος χώρος, είναι αλληλένδετες· (β) τον κατά το διεθνές δίκαιο εντελώς παράνομο ελληνικό εθνικό εναέριο χώρο που αντί έξι μίλια είναι δέκα· (γ) ότι με βάση τις διεθνείς συνθήκες (της Λωζάννης και των Παρισίων) τα νησιά Λέσβος, Χίος, Σάμος και Ικαρία, και τα Δωδεκάνησα πρέπει να είναι αποστρατιωτικοποιημένα, ενώ δεν είναι· και (δ) ότι η Ελλάδα δεν δύναται, βάσει του διεθνούς δικαίου να ορίσει μονομερώς την υφαλοκρηπίδα ή την ΑΟΖ (κάτι που απειλεί να κάνει).
Επίσης η Αγκυρα θα πάψει να είναι θετική στην επέκταση της αιγιαλίτιδας ζώνης της ηπειρωτικής Ελλάδας στα 12 μίλια (κάτι που είχε αποδεχθεί το 2003 και που δέχεται στο μέτρο που η Ελλάδα δεν ήταν αδιάλλακτη).
Η διένεξη του Αιγαίου, σε αντίθεση με το Κυπριακό που μάλλον είναι άλυτο (με το φταίξιμο για τη μη επίλυση από το 2004 και μετά να βαραίνει κυρίως την ελληνοκυπριακή ηγεσία), κάποτε θα επιλυθεί, και μάλιστα με δύο νικητές-κερδισμένους.
Προς τι λοιπόν η συνεχιζόμενη αρνητική ελληνική στάση; Προφανώς λόγω του φόβου του πολιτικού κόστους αλλά και για να δικαιολογηθούν τα απίθανα ποσά που ξοδεύονται για άχρηστους εξοπλισμούς, με ορατό τον κίνδυνο να γονατίσει και πάλι η χώρα οικονομικά.
Η εδαφική ακεραιότητα της Ελλάδας δεν απειλείται. Πρόκειται για μια παράνοια που τροφοδοτείται από τους εθνικιστές που έχουν επενδύσει πολλαπλώς στη συνέχιση της διένεξης και έχουν πλήρη άγνοια της Τουρκίας και της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής.