Добавить новость
World News in Greek


Новости сегодня

Новости от TheMoneytizer

«Κρυμμένη πατρίδα»: Μια πορεία μνήμης και εσωτερικής αναζήτησης – Διαβάστε απόσπασμα

Ta Nea 

Στα 18 του είχε αποφασίσει να φύγει για το Παρίσι, όπου σπούδασε νομικά. Αλλά εκείνο το βράδυ πριν από την αναχώρηση μία παράσταση των «Χοηφόρων» στο Ηρώδειο έμοιαζε να τον τραβάει πίσω στη γενέθλια γη. Σήμερα πια, εξομολογείται στο αυτοβιογραφικό βιβλίο «Κρυμμένη πατρίδα», που αναμένεται από τις εκδόσεις Πατάκη την επόμενη εβδομάδα, αισθάνεται ότι δεν έπαυσε ποτέ να φεύγει και να επιστρέφει στην Ελλάδα – «χωρίς να έχω ακόμα καταλάβει αν αυτό το ατέρμονο πηγαινέλα μπορεί να τελειώνει κάπου».

Το σίγουρο είναι ότι η διαδρομή του Γιάννη Κιουρτσάκη έχει αφήσει τις δικές της «αποκρυσταλλώσεις» ανάμεσα στη μελέτη και τη μυθοπλασία, το συγγραφικό εγώ και το «εμείς» ως φωνή του τόπου, τον αστικό πολιτισμό και τη λαϊκή παράδοση. Στην εργογραφία του άλλωστε εντοπίζουμε, εκτός άλλων: τις μελέτες «Ελληνισμός και Δύση στο στοχασμό του Σεφέρη» (Κέδρος, 1979, γ’ έκδοση 2014), «Προφορική παράδοση και ομαδική δημιουργία. Το παράδειγμα του Καραγκιόζη» (Κέδρος, 1983), λογοτεχνικά δοκίμια για το καρναβάλι, τον Παπαδιαμάντη, το 1821 και τον Λάκη Παπαστάθη και, φυσικά, το «Σαν μυθιστόρημα» (Κέδρος, 1995). Το βιβλίο που ξεκινά σαν απομνημόνευμα για να αποκτήσει τη διάσταση ενός μυθιστορήματος και να παραμείνει στους σημαντικότερους τίτλους της τελευταίας 50ετίας με την έκθεση των οικογενειακών βιωμάτων του, στο επίκεντρο των οποίων βρίσκεται η αυτοχειρία του Χάρη, του μεγαλύτερου αδελφού του, σε ηλικία 26 ετών. Παράλληλα αφηγείται εκεί την προσωπική διαδρομή από τα παιδικά του χρόνια ώς την εφηβεία του: «Ετσι σκαλίζω μέσα στις παιδικές μου αναμνήσεις και προσπαθώ να ξεδιαλέξω όσες από αυτές μου δείχνουν πιο καλά αυτό που είμαι και αυτό που έγινα, τον μοναδικό μου εαυτό και, μέσα του, τον ανθρώπινο πυρήνα που μοιράζομαι με τους άλλους. Προσπαθώ να ξαναβρώ όχι τα πράγματα ή τα γεγονότα –αυτά είναι συνήθως φτωχά και πάντοτε αλλοιωμένα από τη μνήμη που μου τα επιστρέφει – αλλά το χνάρι τους στο κορμί και στην ψυχή μου».

Το ταξίδι συνεχίζεται εν πολλοίς και στο νεότερο αυτοβιογραφικό βιβλίο, όπου για άλλη μια φορά ο Κιουρτσάκης συναντάει και «συνδιαλέγεται» με τους δασκάλους του, τους φίλους του, τον αναγνώστη· με την ελληνική λαϊκή παράδοση και τον ευρωπαϊκό πολιτισμό· με τους αγαπημένους νεκρούς και τις νεότερες γενιές. Μέσα σ’ αυτό το αφήγημα η ταυτότητα, ατομική και συλλογική, ως ιδρυτική και αναπόφευκτη σχέση με τους άλλους, δεν λείπει ποτέ. «Ενα σαράκι τυραννούσε ύπουλα την ψυχή μου – και δεν γινόταν αλλιώς. Μπορούσα τάχα να ξεχάσω το τραγικό πρόσωπο του αυτόχειρα Χάρη στις Βρυξέλλες; Μπορούσα να ξεχάσω τα όνειρα που τρέφαμε και οι δύο για την Ελλάδα και για την Ευρώπη και που, αυτόν τουλάχιστον, τον είχαν ανελέητα προδώσει; Και, καθώς η πίκρα της ξενιτιάς δεν έπαυε, ασυναίσθητα, να σταλάζει μέσα μου με την παραμικρή αφορμή, ένιωθα τώρα όλο και πιο συχνά την ανάγκη να συγκρίνω τις δυο πατρίδες μου. Θες οι περιοδικές απουσίες της Ζιζέλ από το Παρίσι· θες η καταφρόνια της αστικής της οικογένειας, που μ’ έβλεπε σαν έναν άξεστο Ανατολίτη· θες ένα επεισόδιο με τη γαλλική αστυνομία που με είχε συλλάβει και χτυπήσει μια νύχτα, παίρνοντάς με, από μια παρεξήγηση, για κλέφτη· θες τα χίλια δυο μικροσυμβάντα της καθημερινής ζωής, είχαν σπείρει μέσα μου πολλές αμφιβολίες για την προθυμία αυτής της χώρας να μου επιτρέψει να ριζώσω μέσα της, όπως το ποθούσα».

Ανατρέχοντας στην πορεία έξι δεκαετιών ο συγγραφέας της «Κρυμμένης πατρίδας» αναδεικνύει τελικά τη μόνιμη αγωνία του: τον τρόπο που η φωνή του τόπου γίνεται η φωνή της γλώσσας. Με την άδεια του εκδοτικού οίκου, προδημοσιεύουμε ένα απόσπασμα από το βιβλίο.

Απόσπασμα

Ενα διάφανο χειμωνιάτικο πρωί, ἐνῶ περπατοῦσα ἀμέριμνα στήν ἐξοχή, μέ κεραυνοβόλησε μιά ἀπίστευτη ἀποκάλυψη: ἔξαφνα ὁ χρόνος εἶχε γιά μένα σταματήσει καί ὁ νεκρός πρίν ἀπό εἴκοσι χρόνια ἀδερφός μου ἀνάσαινε μέσα μου ζωντανός! Λές καί σχηματίζαμε ἕνα σῶμα, μοναδικό κι ὅμως διπλό, μέ δύο ξεχωριστές ψυχές, ἡ καθεμιά ἀπό τίς ὁποῖες ἦταν ἱκανή νά φωτίσει, νά καθρεφτίσει, ν’ ἀποκαλύψει τά ἄγνωστα βάθη τῆς ἄλλης!

Ἀπό ποῦ εἶχε ἀναδυθεῖ αὐτό τό ἀλλόκοτο ὅραμα; Τό κατάλαβα μόλις συνῆλθα ἀπό τό θάμβος: ἡ πηγή του ἦταν τό Δίκωλον, ἕνα πρόσωπο τοῦ παλιοῦ ποντιακοῦ καρναβαλιοῦ τοῦ δωδεκαημέρου, πού ὀνομαζόταν ἔτσι ἐπειδή κουβαλοῦσε στή ράχη του τό σῶμα τοῦ νεκροῦ του ἀδερφοῦ· κάτι πού δέν εἶναι διόλου σπάνιο στά καρναβάλια (παρόμοιες διπλές φιγοῦρες ἤ προσωπεῖα, πού ἑνώνουν σέ μιά μορφή τόν ζωντανό μέ τόν νεκρό, τόν νέο μέ τόν γέρο, τό καινούργιο μέ τό παλιό εἶναι συνηθισμένες). Καί τότε συνειδητοποίησα γιά ποιόν λόγο αὐτή ἡ φιγούρα μέ εἶχε συναρπάσει ὅταν μελετοῦσα τό καρναβάλι: πολύ ἁπλά, γιατί στήν πραγματική ζωή τό Δίκωλον ἤμουν ἐγώ!

Τό ἴδιο βράδυ ἐμφανίστηκε, στήν πρώτη σελίδα τοῦ βιβλίου πού ἄρχισα νά γράφω, ὁ Χάρης, ὁ αὐτόχειρας ἀδερφός μου.

Δέν εἶναι χαρακτηριστικό; Ἀπό τό ξεκίνημα ἑνός βιβλίου πού τό φανταζόμουν νά περιστρέφεται ἀποκλειστικά γύρω ἀπό τόν ἑαυτό μου καί τά βιώματά του, τό πρῶτο πρόσωπο πού «γράφτηκε» στό λευκό χαρτί ἦταν, ἀχώριστα ἀπό ἐμένα, ὁ χαμένος μου ἀδερφός, πού δέν εἶχε πάψει νά φωλιάζει μέσα μου ἀπό ἐκείνη τή γεναριάτικη νύχτα τοῦ 1960 στίς Βρυξέλλες, ὅταν εἶχε κόψει τόσο πρόωρα τό νῆμα τῆς ζωῆς του. Σ’ ἐκεῖνον θά ἔδινα τώρα νέα ζωή μέ τό βιβλίο μου· κι ἐκεῖνος θά μοῦ ἔδινε τή νέα ζωή πού χρειαζόμουν γιά νά τό γράψω. Τό βιβλίο αὐτό δέν θά ἦταν μιά αὐτοβιογραφία, ἀλλά μιά διπλή βιογραφία, θρεμμένη ἐξίσου ἀπό τή ζωή καί τή φαντασία, δηλαδή ἕνα μυθιστόρημα.

Ἀλήθεια, τό πρόσωπο τοῦ Χάρη θά γινόταν ἄραγε τόσο ἀποκαλυπτικό γιά τή δουλειά μου, ἄν δέν εἶχε τραφεῖ μέσα μου ἀπό τό πνεῦμα τοῦ καρναβαλιοῦ πού ἀνασταίνει τούς νεκρούς καί ἀδελφώνει ζωή καί θάνατο σ’ ἕνα ἀειθαλές σῶμα; Αὐτή δέν ἦταν ἡ λογοτεχνική μήτρα ὅπου εἶχε σχηματιστεῖ ἡ κρυφή μου γνώση γιά ἐμᾶς τούς δύο; […]

Ξαναδιαβάζω ἐκεῖνο τό ποίημα τοῦ 1967 καί μένω κατάπληκτος διαπιστώνοντας ὅτι, πολλά χρόνια προτοῦ ἀνακαλύψω τόν Μπαχτίν καί αἰσθανθῶ νά σκιρτάει μέσα μου τό «Δίκωλον», ὁ νεκρός Χάρης εἶχε ἤδη γίνει γιά μένα τό ἄλλο μέρος τοῦ ἑαυτοῦ μου καί τῶν χαμένων ὀνείρων καί τῶν δυό μας – τί λέω, τῶν χαμένων ὀνείρων τῶν Ἑλλήνων! Σάν νά προαισθανόμουν, πολύ προτοῦ ἀρχίσω νά γράφω τό Σάν μυθιστόρημα, ὅτι εἶχα τό χρέος νά διαμορφώσω μέσα μου ἕναν κρυφό χῶρο, ἕνα περιβολάκι τῆς ψυχῆς, ὅπου θά φύλαγα ἀδελφωμένους καί τόν χαμένο μου ἀδερφό καί τήν πατρίδα πού χανόταν κάθε τόσο ἀπό τά μάτια μας καί ἀπό τή ζωή μας καί νά ποτίζω κάθε φορά ἐκεῖ τίς παλιές, λησμονημένες ρίζες τους, ὥσπου νά ἀναστηθοῦν κάποτε στό μέλλον σ’ ἕνα ἔργο πού θά μέ ξεπερνοῦσε. Ἄραγε δέν ἀποζητοῦσα ἀπό τότε νά φέρω στό φῶς τήν κρυμμένη μου πατρίδα –αὐτήν πού σήμερα ἀναζητῶ– μέσα ἀπό ἐκείνην πού εἶχα χάσει; Ἴσως αὐτήν ἀποζητοῦσα ἤδη ὅταν ἐγκατέλειπα ἔφηβος τήν Ἑλλάδα.

Αὐτή ἡ περιπέτεια πέρασε ἀπό πολλές δοκιμασίες καί ἀνακαλύψεις, πού τίς ἔχω ἤδη ἀφηγηθεῖ. Θά ὑπενθυμίσω ἐδῶ μόνο ἐκεῖνες πού ἄνοιξαν γιά μένα τήν ὁδό τοῦ ἔργου. Πῶς, λόγου χάρη, νά μή σταθῶ ἀκόμα μιά φορά στήν οἱονεί μετα-φυσική ἀποκάλυψη ὅτι μέσα στή ναυαγισμένη, «ἀνύπαρκτη» Ἑλλάδα τοῦ 1970 ὑπῆρχαν ὡστόσο πάντα τά βουνά: αὐτή ἡ διαιώνια παρουσία, πού ἀποτελοῦσε γιά μένα καί –γιατί ὄχι;– γιά ὅλους μας μιά πρόκληση ἀπέναντι στήν καταβαράθρωση τῆς ἀνθρωπιᾶς μας; Πῶς νά μήν ἀπορήσω πάλι μέ τή σκέψη ὅτι, σ’ αὐτόν τόν ἐξαθλιωμένο τόπο, τό φῶς ἦταν ἱκανό νά μᾶς συλλογίζεται, ἐμένα καί ὅλους τούς ταλαίπωρους μικρούς ἀνθρώπους αὐτοῦ τοῦ κόσμου πού μοιράζονταν τή μοίρα μου, πάει νά πεῖ νά μᾶς νοιάζεται ὥς τή συντέλεια τοῦ κόσμου; Καί πῶς νά μήν ξαναθαυμάσω τό ἀπροσδόκητο μήνυμα ἐκείνου τοῦ βοσκοῦ: ὅτι ἄν ὁ ἀρχαϊκός λαός μας ἦταν πιά ἀνήμπορος νά πολεμήσει τίς μηχανές τῆς μοντέρνας βαρβαρότητας, μποροῦσε ὡστόσο νά κρύβει μές στά σπλάχνα του ἔστω κι ἕναν μονάχα ἄνθρωπο ἄξιο νά παραδώσει σ’ ἕναν ἄλλον τό παλιό τραγούδι τοῦ τόπου του, γιά νά τό παραδώσει κι ἐκεῖνος, ἄν τό κατόρθωνε ἀκόμα, σ’ ἕναν ἄλλον ἕτοιμο νά τοῦ χαρίσει μιά γωνιά μές στήν ψυχή του;

Ὅλα τοῦτα ἔδειχναν ὅτι, πέρα ἀπό τό σκοτάδι ὅπου βολόδερνα, ὑπῆρχε ἕνας ἄλλος ὁρίζοντας γιά μένα καί γιά πολλούς ἄλλους. Καί ἀπό τή στιγμή πού μέ εἶχε κυριέψει ἡ ἀλλόκοτη ἰδέα ὅτι τό φῶς νοιαζότανε γιά μένα, μέ βάραινε ἕνα χρέος παραπάνω: νά νοιαστῶ κι ἐγώ γιά κεῖνο· νά τό κρατήσω ζωντανό, πρῶτα πρῶτα μέσα μου, ἀχώριστα ἀπό τή φύση πού τρεφόταν ἀπό τά δῶρα του καί τά ἔτρεφε μέ τή σειρά της καί ἀπό τήν παράδοση τῶν ἀνθρώπων πού τά ὑμνοῦσε, γιά νά τά χαίρονται πάντα καί νά τά ἐκτιμοῦν οἱ ἐπερχόμενοι.

Θυμᾶμαι πόσες ἀναγνώστριες καί ἀναγνῶστες ἀναγνώρισαν στό Σάν μυθιστόρημα, ἀπό τόν πρῶτο καιρό πού κυκλοφόρησε, τή βαθιά ἐπίδραση τοῦ Ἀναζητώντας τόν χαμένο χρόνο τοῦ Προύστ. Εἶχαν δίκιο: αὐτό τό ἀριστούργημα σημάδεψε τήν πνευματική μου διαμόρφωση ἀπό τή νιότη μου. Ὅμως, ὅσο περνοῦν τά χρόνια, συνειδητοποιῶ ὅλο καί πιό καθαρά πόσο διαφορετική ὑπῆρξε ἡ δική μου ὑπαρξιακή καί λογοτεχνική ἀναζήτηση. Ὁ Προύστ ἀναζητοῦσε τόν πιό βαθύ του ἑαυτό στόν χρόνο τῆς προσωπικῆς ζωῆς του, τήν ὁποία φοβόταν πώς εἶχε μάταια σπαταλήσει [σ]τῶν συναναστροφῶν / τήν καθημερινή ἀνοησία, ἐνῶ στήν πραγματικότητα εἶχε θησαυρίσει ἀσυνείδητα τίς πιό πολύτιμες στιγμές της· ὥς τή στιγμή πού κατόρθωσε νά «ξανακερδίσει» ἀτόφιο τόν χρόνο πού νόμιζε χαμένο, στό ἀνεπανάληπτο ἔργο του. Ἐνῶ ἐγώ ἀναζήτησα τόν βαθύτερό μου ἑαυτό στό πρόσωπο τοῦ ἄλλου, πού ἀναγνώρισα στόν χαμένο μου ἀδερφό καί, πιό βαθιά, στή χαμένη πατρίδα καί τῶν δυό μας καί ἀναρίθμητων Ἑλλήνων· πάει νά πεῖ στόν συλλογικό χρόνο ἑνός ἐμεῖς πού δέν ἔχει ἀρχή καί τέλος, ἀλλά κυκλοφορεῖ ἀπό γενιά σέ γενιά ἐντός μας ὅπως τό αἷμα μές στίς φλέβες μας. Πίσω ἀπό αὐτή τή διαφορά μπορεῖ κανείς ν’ ἀναγνωρίσει τήν ἀπόσταση πού χωρίζει ἕναν μεγαλοφυῆ Γάλλο συγγραφέα τοῦ εἰκοστοῦ αἰώνα ἀπό ἕναν ταπεινό μαθητή τοῦ Σεφέρη. Ἀλλά θά ἦταν, θαρρῶ, πιό ἐνδιαφέρον νά διακρίνει τήν ἀπόσταση πού χωρίζει δύο πολιτισμούς. Θά χρειαστεῖ νά ἐπανέλθω.

Ἔτσι φωτίζεται ἀναδρομικά στή σκέψη μου ἡ περιπέτεια πού ὕφανε τή ζωή μου μέ κάποιο ἔργο. Ὁ ζόφος πού, ὅπως ψυχανεμιζόμουν ἀπό τήν ἐφηβεία, πλανιόταν πάνω ἀπό τήν τυραννισμένη μετεμφυλιακή Ἑλλάδα τῆς δεκαετίας τοῦ 1950 μέ ὁδήγησε στά «φῶτα» τῆς Εὐρώπης, πού ἔμελλε τόσα νά μοῦ μάθουν. Κι ἐκεῖνα μοῦ φανέρωσαν ἀπρόσμενα μιάν ἄλλη Ἑλλάδα, ὅπου δέν ἔπαψα ἀπό ἐκεῖ καί πέρα ν’ ἀναζητῶ, νά βρίσκω καί νά χάνω τήν πιό βαθιά πατρίδα μου».

Читайте на сайте


Smi24.net — ежеминутные новости с ежедневным архивом. Только у нас — все главные новости дня без политической цензуры. Абсолютно все точки зрения, трезвая аналитика, цивилизованные споры и обсуждения без взаимных обвинений и оскорблений. Помните, что не у всех точка зрения совпадает с Вашей. Уважайте мнение других, даже если Вы отстаиваете свой взгляд и свою позицию. Мы не навязываем Вам своё видение, мы даём Вам срез событий дня без цензуры и без купюр. Новости, какие они есть —онлайн с поминутным архивом по всем городам и регионам России, Украины, Белоруссии и Абхазии. Smi24.net — живые новости в живом эфире! Быстрый поиск от Smi24.net — это не только возможность первым узнать, но и преимущество сообщить срочные новости мгновенно на любом языке мира и быть услышанным тут же. В любую минуту Вы можете добавить свою новость - здесь.




Новости от наших партнёров в Вашем городе

Ria.city
Музыкальные новости
Новости России
Экология в России и мире
Спорт в России и мире
Moscow.media










Топ новостей на этот час

Rss.plus