Valentino: Ο τελευταίος των οραματιστών της μόδας
Στις ημέρες που ακολούθησαν μετά τον θάνατο του Βαλεντίνο Γκαραβάνι αυτό που έγινε σαφές ήταν το εξής: η κληρονομιά του απλώνεται πέρα από μία απόχρωση του κόκκινου και ένα εκτενές αρχείο πολύτιμων δημιουργιών. Ο ιταλός δημιουργός, μάλλον ο τελευταίος από την επίλεκτη ομάδα των μεταπολεμικών οραματιστών, ενσωμάτωσε στη μόδα στοιχεία τελετουργίας, εξουσίας και μνήμης.
Ο γεννημένος ως Valentino Clemente Ludovico Garavani στη Βογκέρα της Λομβαρδίας στις 11 Μαΐου 1932 βρήκε την κλίση του από τα 17 του χρόνια όταν μετακόμισε στο Παρίσι για να σπουδάσει στην Καλών Τεχνών και στη Chambre Syndicale de la Couture Parisienne, συνδυάζοντας αρχές αισθητικής με την αυστηρότητα της γαλλικής υψηλής ραπτικής. Μαθητής του Ζαν Ντεσές και του Γκι Λαρός εξασκήθηκε στην αναλογία, τη γραμμή και τη λιτότητα. Και όταν επέστρεψε στην Ιταλία το 1959 και άνοιξε το πρώτο του ατελιέ στη Ρώμη στη Via Condotti, το όραμά του συνδύαζε την παριζιάνικη τεχνική με την ιταλική αισθαντικότητα. Σε αυτόν τον χώρο παρουσίασε το ρούχο που ονόμασε Γιορτή («La Fiesta»), ένα στράπλες φόρεμα από κόκκινο τούλι, από όπου γεννήθηκε το Rosso Valentino. Οχι ως ένα χρώμα διακοσμητικό, αλλά ως οπτικό συνώνυμο της αυτοπεποίθησης. Και με τον χρόνο, η απόχρωση αυτή εξελίχθηκε σε μια συναισθηματική γλώσσα από μόνη της – φορεμένη από τοπ μοντέλα, σταρ ηθοποιούς και μία νέα γενιά διάσημων προσώπων που μέσα από την υψηλή ραπτική Valentino καθιέρωναν την παρουσία τους σε σύγχρονες περιστάσεις.
Σε ένα από τα καφέ της Ρώμης του 1960 ο Βαλεντίνο γνώρισε τον Τζιανκάρλο Τζιαμέτι, ο οποίος έγινε σύντροφος ζωής και ιδανικός επιχειρηματικός συνεργάτης, αφήνοντας τον Βαλεντίνο να δημιουργεί όνειρα και να θέτει όρια. Γιατί μπορεί να έκανε μία αυτοκρατορία από αρώματα, συλλογές πρετ α πορτέ και να επεκτάθηκε σε ανδρικά ρούχα, αλλά ποτέ δεν επεδίωξε να δει τον κόσμο έξω από το πολύτιμο δικό του σύμπαν, τις βίλες, τους πύργους, τις θαλαμηγούς, τη συλλογή του έργων τέχνης. Πάντα θα έκανε ρούχα για την ξεχωριστή στιγμή, βγάζοντας τις γυναίκες από το σύνολο για να τις δείχνει πιο εντυπωσιακές και απόμακρες.
Αν η τεχνική του αρτιότητα εδραίωσε τη φήμη του, ήταν η ικανότητά του να «ντύνει στιγμές» που τον καθιέρωσε στην ιστορία του υλικού πολιτισμού της δεκαετίας του 1960. Τα ρούχα του εμφανίζονταν σε στιγμές θριάμβου και προβολής σε μια εποχή που το τι φορούσε μια γυναίκα γινόταν μέρος της ίδιας της αφήγησης. Οπως η ιβουάρ πλισέ φούστα με τη δαντελένια μπλούζα που διάλεξε η Τζάκι Κένεντι από τη λευκή συλλογή του Valentino για να γίνει Ωνάση, στον γάμο της με τον εκατομμυριούχο Αριστοτέλη Ωνάση το 1968.
Το Χόλιγουντ ακολούθησε. Ελίζαμπεθ Τέιλορ, Σοφία Λόρεν, Τζούλια Ρόμπερτς, Κέιτ Μπλάνσετ, Πενέλοπε Κρουζ, Αν Χάθαγουεϊ στράφηκαν στον Valentino όχι μόνο για λάμψη, αλλά και για επισημότητα. Το ασπρόμαυρο φόρεμα που φόρεσε η Τζούλια Ρόμπερτς στα Οσκαρ του 2001, τη στιγμή που παρέλαβε το βραβείο της, παραμένει μία από τις πιο εμβληματικές στιγμές στην ιστορία του κόκκινου χαλιού. Στενός επίσης φίλος της Νταϊάνα, πριγκίπισσας της Ουαλίας, ετοίμασε πολλές περίτεχνες δημιουργίες ειδικά για εκείνη.
Πέρα από το χαρακτηριστικό κόκκινο, ο Valentino μονοπώλησε τα σύμβολα της ρομαντικής φινέτσας με ασκήσεις από φιόγκους και βολάν, με κεντήματα και δαντέλες, διαμορφώνοντας τη γλώσσα της πειθαρχημένης κομψότητας. Και η αυτοκρατορία του γιγαντώθηκε ώστε μαζί με τον Τζιαμέτι να πουλήσει την επωνυμία του σε έναν ιταλικό όμιλο συμμετοχών το 1998 για περίπου 300 εκατομμύρια δολάρια, με τον Γκαραβάνι να παραμένει για άλλη μία δεκαετία σε ρόλο σχεδιαστή.
Από την ενεργό δημιουργία αποσύρθηκε επίσημα το 2008. Η τελευταία του επίδειξη υψηλής ραπτικής στο Παρίσι έγινε θριαμβικά με τους καλεσμένους να τον χειροκροτούν όρθιοι. Αποχαιρέτησε εντυπωσιακά και τη Ρώμη. Με μια θεαματική τριήμερη εκδήλωση έχοντας φίλους, σταρ και όλα τα μίντια του πλανήτη να καταγράφουν το πάρτι του μπροστά στο Κολοσσαίο, την ιστορική έκθεση με κόκκινες δημιουργίες παραταγμένες στο μουσείο ρωμαϊκών αρχαιοτήτων Ara Pacis. Και την επίδειξη υψηλής ραπτικής που, παραδόξως, δεν τελείωσε με ένα κόκκινο φόρεμα, όπως θα περίμενε κανείς, αλλά με μια σειρά από υπέροχα ροζ φορέματα.
Μάλιστα πριν από τη μεγαλειώδη αποχώρησή του είχε φροντίσει να ρίξει τα βέλη του στο νέο σύστημα που στο εξής θα θεωρείτο μόδα, δηλώνοντας ότι το να είσαι σχεδιαστής έμοιαζε πλέον περισσότερο με το να είσαι μάνατζερ παρά δημιουργός. Αρκεί να φτιάχνεις ένα ίδιο προϊόν που πουλάει παντού. Μόνο που τότε η ποιότητα πέφτει, γιατί είναι φτιαγμένο με φθηνά υλικά και πωλείται πολύ ακριβά. «Αυτός δεν είναι ο κόσμος μου» είχε πει και αρεσκόταν να επιβιβάζεται στη θαλαμηγό του με τους έμπιστους φίλους του και κάποιες διασημότητες του Χόλιγουντ και να αρμενίζει τα καλοκαίρια γύρω από τη Μύκονο, την Υδρα, την Πάτμο και όπου αλλού ο καιρός του μύριζε ομορφιά, πολυτέλεια και ηδονή.
Συχνά πλαισιωμένος από τα παγκ σκυλιά του με την πλακουτσωτή μύτη, φωτογραφιζόταν πάντα με άψογα χτενισμένα μαλλιά, καραμελένιο μαύρισμα και ραμμένα κοστούμια διεκδικώντας την πολυτέλεια που μετέφερε και στην πασαρέλα. Το μάθημά του στον κόσμο της μόδας αποτελεί ένα masterclass άρνησης να εκδημοκρατιστεί το όνειρο. Σύμφωνα με τον ίδιο, όταν ένας οίκος πολυτελείας χάνει τη μοναδικότητά του για να κυνηγήσει τον όγκο πωλήσεων, καταστρέφει την ίδια την ουσία που γεννά την επιθυμία. Ο Valentino ήταν εκείνος που πίστευε στη διατήρηση του χάσματος ανάμεσα στον δικό του κόσμο και τον συρμό.