Ανθρωπισμός και νεκροί
Καταρχήν, ας γίνει σαφές ότι το Λιμενικό Σώμα που, συνεχώς και συστηματικά, υπό αντίξοες συνθήκες, προστατεύει τα σύνορα της χώρας είναι άξιο σεβασμού. Η δουλειά των ανθρώπων του είναι πολύ δύσκολη επειδή την ίδια στιγμή πρέπει να προστατεύουν τις ζωές ανθρώπων και ταυτόχρονα να ασκούν έργο αστυνόμευσης – να πρέπει δηλαδή να συλλάβουν τους λεγόμενους διακινητές, πρόσωπα που ρισκάρουν καθώς συνήθως πληρώνονται πολλά χρήματα για να περάσουν μετέωρους ανθρώπους από την Τουρκία απέναντι.
Τι έγινε προχθές το βράδυ και κάτι στράβωσε στη βάρδια του φουσκωτού που περιπολούσε στα ανοιχτά της Χίου δεν μπορεί κανείς απέξω να το απαντήσει. Πιθανότατα, ήταν δυστύχημα. Αν θεμελιώνεται στην πρόκλησή του ευθύνη του ελληνικού πλοιαρίου προφανώς είναι θέμα προς διερεύνηση. Το ότι δεν έχει καταγραφεί η εξέλιξη των περιστατικών που οδήγησε στο πολύνεκρο δυστύχημα, ότι δηλαδή δεν λειτουργούσε η θερμική κάμερα στο πλοιάριο του Λιμενικού, κάνει επιτακτικότερη για τις Αρχές τη διερεύνηση του συμβάντος.
Προφανώς, το ζητούμενο είναι πάντα η δικαιοσύνη. Χθες, εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης εναντίον ενός προσώπου, Αλγερινού κατά τις μαρτυρίες, που θεωρείται ο διακινητής. Ευλόγως διερευνάται. Οι διακινητές εκμεταλλεύονται την επιθυμία των ανθρώπων να περάσουν στη Δύση και εισπράττουν πολλά χρήματα για τα λίγα μίλια που θα μπορούσαν να τους φέρουν εδώ. Οι διωκτικές Αρχές είχαν κάποιες επιτυχίες, εξάρθρωσαν τουρκικά κυκλώματα παράνομης διακίνησης και συνέλαβαν τούρκους διακινητές, φαίνεται όμως ότι ήρθαν άλλοι στο πόδι τους. Η κερδοσκοπία στην ελπίδα δεν σταματά.
Κατά τα άλλα, ακούω έναν μόνιμο θόρυβο που, κλασικά, αποδίδει ευθύνες στις ασκούμενες πολιτικές τις οποίες αποκαλεί δολοφονικές. Υπάρχει όντως ένα ρεύμα που πολιτεύεται με νεκρούς και κατάρες. Και στον αντίποδα, υπάρχει ένα άλλο ρεύμα το οποίο πολιτεύεται με εξύμνηση συμπεριφορών αναλγησίας που δεν υπολογίζουν ούτε το διεθνές δίκαιο ούτε τον ανθρώπινο πόνο. Είναι δυο όψεις ενός ιδεολογικού φανατισμού που συγκρούονται.
Πέρα από τον φανατισμό, ας κατανοηθεί ένα βασικό αξίωμα: η χώρα έχει σύνορα – και στην ξηρά και στη θάλασσα. Η φύλαξή τους είναι απαραίτητη, επειδή τα σύνορα είναι βασικό στοιχείο κοινωνικής συνοχής. Θυμάμαι την εφιαλτική περίοδο που «η θάλασσα δεν είχε σύνορα», η οποία οδήγησε σε δύο ντροπές, την περασμένη δεκαετία: στους χιλιάδες εγκλωβισμένους μετανάστες και πρόσφυγες στην Ειδομένη και στην ντροπή της Μόριας και άλλων στρατοπέδων όπου στοιβάζονταν χιλιάδες ταλαίπωροι άνθρωποι, οι οποίοι είχαν πιστέψει ψεύτικες τελικά υποσχέσεις.
Ηταν μια φοβερή περίοδος που τα είχαμε καλά με την αριστερή συνείδησή μας. Και οι μετανάστες και οι τοπικές κοινωνίες αντιμετώπισαν πολλά προβλήματα, αλλά λέγαμε τόσα καλά λόγια γι’ αυτούς – και όσο μπορέσαμε τους βοηθήσαμε να «εξαφανίζονται», όπως έλεγε και αρμόδια υπουργός. Γενικώς, πουλάγαμε ανθρωπισμό και οι νεκροί πολλαπλασιάζονταν. Τα τελευταία χρόνια, ιδίως μετά το 2020 και την υβριδική επίθεση με εργαλείο ανυποψίαστους μετανάστες στη Θράκη, και όσα ακολούθησαν, το Αιγαίο έπαψε να είναι ελκυστικό για διακινητές ανθρώπων. Οι ροές μειώθηκαν και, μαζί, μειώθηκε η πόλωση των δύο στρατοπέδων. Υποφώσκει ωστόσο και ψάχνει να βρει τρόπο να ανάψει. Ο τζάμπα ανθρωπισμός είναι, κι αυτός, τμήμα ενός κινήματος της συγκίνησης. Ψάχνει συλλογικές ευθύνες και έξοδο στην αγανάκτηση. Ψάχνει, δηλαδή, εχθρούς και αντιπάλους.
Ελπίζω η διερεύνηση του θλιβερού περιστατικού στη Χίο να είναι καίρια. Οτι θα καταλογίσει ευθύνες και δεν θα δώσει ερείσματα σε όσους, σε κάθε περίπτωση, εργαλειοποιούν τον πόνο. Αλλά ότι θα σημάνει καμπανάκι και στο υπουργείο Ναυτιλίας: η προστασία της ανθρώπινης ζωής στις θάλασσες αφορά πρωτίστως τους πολιτικούς υπεύθυνους.
Τα δολώματα ενός ακροδεξιού
Ο περίφημος Βελόπουλος, όταν δεν αλληλογραφεί με τον Κύριο και δεν εμπορεύεται φάρμακο για τη φαλάκρα, κι όταν δεν διακινεί φήμες για ξυλόλια και εξαφανισμένα βαγόνια, ψάχνει ψηφοφόρους ανάμεσα σε όσους αντιμετωπίζουν το Μεταναστευτικό με την παραδοσιακή εχθρότητα. «Μεγαλώσατε και ξεχάσατε κ. Πλεύρη», απευθύνθηκε στη Βουλή σε έναν πολιτικό που, λόγω ιδεολογίας, τον θεωρεί ανταγωνιστή. «Ησαστε καταδρομέας. Ξέρετε τι μαθαίναμε ότι κάνουμε στα σύνορα; Αλτ, τις ει; Και μετά τι κάνουμε; Τι μάθαμε στο στρατό; Μπουμπουνάς. Δεν γίνεται αλλιώς!».
Ενόψει των εκλογών που πλησιάζουν, ο Βελόπουλος δοκιμάζει τον πολιτικό λόγο που θα τον φέρει κοντά σε όσους τρομάζουν με τον Αλλο. Τον αγοραίο και μάγκικο λόγο, καφενειακού επιπέδου αλλά ακροδεξιάς ιδεολογικής κατεύθυνσης. Και κάνει πρόβες επιρροής, με τον τρόπο που ξέρει καλά. Παριστάνει τον λαϊκό και, πάντα, ψάχνει τις παραπάνω λέξεις που θα εντυπωθούν μέσω ενός πολιτιστικού σοκ. Είναι ο τρόπος του, που μέχρι εδώ τον πήγε καλά – τα ξυλόλια τα πίστεψαν ακόμα και στο ΠΑΣΟΚ. Και ξέρει ότι πρέπει να τον εξελίξει, επειδή έχει καταλάβει ότι θα κινηθεί στο ίδιο, λίγο-πολύ, εκλογικό κοινό από το οποίο θα ψαρέψει μέρος των δικών της ψηφοφόρων η Μαρία Καρυστιανού.
Δοκιμάζει λοιπόν τα δολώματά του.