Αμνοί και λέοντες: Γουέστερν στα Άγραφα του 1925
Μία από τις λογοτεχνικές εκπλήξεις της χρονιάς που έφυγε, έκανε ο (γνωστός ως συγγραφέας αστυνομικής λογοτεχνίας) Γιάννης Μόσχος (Μαγνησία, 1982), με το (κάτι σαν) ελληνικό γουέστερν μυθιστόρημά του «Αμνοί και λέοντες» (εκδ. Τόπος, σελ. 285), ένα στιβαρό και απολαυστικό βιβλίο που περιγράφει μια περιπετειώδη ιστορία καταδίωξης και μια συγκινητική ιστορία ξεριζωμού – δύο φαινομενικά αταίριαστες καταστάσεις που όμως αριστοτεχνικά ενώνονται στη διάρκεια του μυθιστορήματος.
Ο Μόσχος στήνει την πλοκή του στην ελληνική επαρχία του 1925 και κατά τη διάρκεια της βραχύβιας δικτατορίας του Πάγκαλου. Εποχή αστυνομοκρατίας, αναδιαμόρφωσης του κράτους, που προσπαθεί (και το επιτυγχάνει με τον έναν ή τον άλλο τρόπο) να πατάξει τη «ληστοκρατία» (δηλαδή την παρανομία με την ύπαρξη συμμοριών) στην επαρχία και κυρίως στις ορεινές περιοχές της χώρας. Ο διαβόητος Γιαγκούλας έχει εκτελεστεί, τα μηνύματα πλέον της «μηδενικής ανοχής» είναι σαφή και παλαιοί αδελφικοί φίλοι από όλες τις πλευρές δεν διστάζουν να καταδώσουν για να σωθούν.
Από τη μια λοιπόν έχουμε μια συμμορία ληστών (που έρχεται από το βαρύ παρελθόν του 19ου αιώνα), στα απάτητα μέρη των Αγράφων, η οποία προσπαθεί να διαφύγει την εξολόθρευση (γιατί η σύλληψη συνεπάγεται εκτέλεση και περιφορά της κεφαλής σε κάποια πλατεία) από τα ειδικά τάγματα που έχει συγκροτήσει η Χωροφυλακή και περιέχουν «μετανοημένους» ληστές, πρώην ποινικούς και κάποιους χωροφύλακες. Στην καταδίωξη και οι δύο πλευρές πλιατσικολογούν και θερίζουν ό,τι βρεθεί στον δρόμο τους, σε μια απέλπιδα προσπάθεια επιβίωσης.
Από την άλλη έχουμε τον πρόωρο εξοβελισμό ενός σαρακατσάνικου τσελιγκάτου από τη γη που νοίκιαζε τους θερινούς μήνες, καθώς οι μικροϊδιοκτήτες (που προέκυψαν μετά την αναδιανομή της γης, στη δεύτερη δεκαετία του 20ού αιώνα) θεωρούν ότι δεν τους συνέφερε πλέον η παραχώρηση γης σε ενοικιαστές. Οι οικογένειες των Σαρακατσάνων αρχίζουν λοιπόν την πορεία τους προς τον κάμπο για να ξεχειμωνιάσουν, διωγμένοι (και οικονομικά εξαπατημένοι) από τους παλιούς τους συνεργάτες, χωρίς να ξέρουν τι τους περιμένει.
Συμμορίτες και τσέλιγκες θα συναντηθούν ως απόβλητοι και ανεπιθύμητοι πλέον, θεωρούμενοι είτε ως επικίνδυνοι είτε ως περιθωριακοί υποχρεωμένοι να αντιμετωπίσουν την κατάχρηση εξουσίας και την καχυποψία όλων.
Ο Μόσχος έγραψε ένα ιδιαίτερα βίαιο και σκληρό μυθιστόρημα, αφομοιώνοντας με τον καλύτερο τρόπο κινηματογραφικές τεχνικές, όπου ο ρυθμός είναι καταιγιστικός, οι εικόνες μοναδικές, η αναπαράσταση της εποχής ζωντανή, ενώ είναι εμφανής η επιρροή των τεχνικών του ΜαΚάρθι, είτε ως προς την περιγραφή των βίαιων σκηνών είτε ως προς την ψυχολογική αποτύπωση των ηρώων του πολυπρόσωπου αυτού μυθιστορήματος. Το «Αμνοί και λέοντες» δεν είναι απλά ένα περιπετειώδες μυθιστόρημα, έχει ευδιάκριτο κοινωνικοπολιτικό σχόλιο, είναι φτιαγμένο με τα συστατικά ενός καθηλωτικού θρίλερ καταδίωξης, ενώ ταυτόχρονα είναι ένα απολαυστικότατο page-turner, η καταιγιστική δράση του οποίου δεν σ’ αφήνει να ηρεμήσεις στιγμή διαβάζοντάς το.
Ο Aγης Αθανασιάδης διατηρεί το librofilo.blogspot.com
Γιάννης Μόσχος
Αμνοί και λέοντες
Εκδ. Τόπος, 2025, σελ. 285
Τιμή 16,50 ευρώ