Γιάννης Στουρνάρας: Ανησυχία για ισοζύγιο, πληθωρισμό και επενδύσεις
«Το επίμονο έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών αναμένεται να παραμείνει η βασική πηγή ευπάθειας για την ελληνική οικονομία και το 2026» υπογράμμισε ο διοικητής της ΤτΕ Γιάννης Στουρνάρας στην ομιλία του στη ΓΣ των μετόχων της κεντρικής τράπεζας, όπου ανέδειξε τους κινδύνους που προκύπτουν από τη γεωπολιτική κρίση στη Μέση Ανατολή για Ελλάδα και Ευρώπη.
Οπως είπε, το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών δεν αναμένεται να βελτιωθεί τη φετινή χρονιά, κυρίως λόγω της αύξησης των τιμών των εισαγόμενων αγαθών ενέργειας, όπως το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο. Επισήμανε, δε, ότι η διάρκεια και η ένταση των συγκρούσεων θα επηρεάσουν ιδιαίτερα τις επιδόσεις του τουρισμού και των μεταφορών, καθώς και την ιδιωτική κατανάλωση στην Ελλάδα.
Ως αποτέλεσμα, η ΤτΕ προβλέπει επιβράδυνση της ανάπτυξης του ΑΕΠ στο 1,9% τη φετινή χρονιά, από προηγούμενη εκτίμηση για ανάπτυξη 2,1%, δηλαδή στα επίπεδα του 2025. Επιπλέον, οι προβλέψεις της ΤτΕ κάνουν λόγο για επιτάχυνση του γενικού πληθωρισμού στο 3,1%, από 2,9% την περασμένη χρονιά, με αποτέλεσμα ο ρυθμός της αύξησης των τιμών να παραμένει σημαντικά υψηλότερα από τον μέσο όρο της ευρωζώνης.
Πάντως, ο πυρήνας του πληθωρισμού (δομικός πληθωρισμός), από τον οποίο εξαιρούνται η ενέργεια και τα τρόφιμα, αναμένεται να επιβραδυνθεί στο 3% φέτος, από 3,6% το 2025. Σύμφωνα με ανάλυση που παρατίθεται στην Ετήσια Εκθεση του διοικητή για το 2025, η εν εξελίξει γεωπολιτική κρίση εκτιμάται ότι στο βασικό σενάριο προσωρινής αύξησης της τιμής του πετρελαίου κατά 22% για ένα έτος, ο πληθωρισμός αναμένεται να αυξηθεί κατά 0,7% και να κορυφωθεί στο δ’ τρίμηνο του 2026.
Η επίδραση της κρίσης στο πραγματικό ΑΕΠ εκτιμάται στο 0,35% και αναμένεται να επηρεάσει την ελληνική οικονομία έως τα τέλη του 2028. Σημαντική αναμένεται να είναι η επίπτωση στις ιδιωτικές επενδύσεις, που υπολογίζεται ότι θα μειωθούν κατά 4,5% μέχρι το τέλος του 2027. Η ιδιωτική κατανάλωση προβλέπεται ότι θα επηρεαστεί μέχρι τα μέσα του 2028, με την επίπτωση να υπολογίζεται στο 0,40%. Επιπλέον, οι προοπτικές της απασχόλησης αναμένεται να μετριαστούν κατά 0,2% με την επίδραση της παρούσας κρίσης να φτάνει μέχρι το β’ τρίμηνο του 2028.
Οι επενδύσεις στο επίκεντρο
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε ο Γιάννης Στουρνάρας στην ανάγκη διατήρησης του ρυθμού αύξησης των επενδύσεων στα υψηλά επίπεδα των προηγούμενων ετών. «Η αβεβαιότητα και τυχόν επιδείνωση των χρηματοπιστωτικών συνθηκών μπορεί να περιορίσουν την επενδυτική δραστηριότητα» τόνισε χαρακτηριστικά. Η πρόβλεψη της ΤτΕ για το 2026 κάνει λόγο για αύξηση των επενδύσεων κατά 8,8%, έναντι 8,9% την περσινή χρονιά. Ωστόσο, αυτό προϋποθέτει τη μέγιστη δυνατή αξιοποίηση των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (ΤΑΑ). Για τις επιδόσεις του 2025, υπογράμμισε ότι η συμβολή των επενδύσεων στο ΑΕΠ υπερέβη αυτήν της ιδιωτικής κατανάλωσης, ενώ ο λόγος επενδύσεων προς ΑΕΠ έφτασε στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων 16 ετών και διαμορφώθηκε πέριξ του 17%, με σημαντική και αυξημένη τη συμβολή των παραγωγικών επενδύσεων (σε αυτές δεν περιλαμβάνονται οι κατασκευές και τα ακίνητα). Σε ό,τι αφορά τις προτεραιότητες της ελληνικής οικονομίας για το επόμενο διάστημα, επισήμανε ότι είναι κρίσιμη η ενίσχυση της διαρθρωτικής ανταγωνιστικότητας της οικονομίας μέσω περιορισμού της γραφειοκρατίας, επιτάχυνσης στην απονομή δικαιοσύνης και ενίσχυση του ανταγωνισμού στις αγορές. Επιπλέον, ανέφερε ότι θα πρέπει να μειωθεί το έλλειμμα στο εξωτερικό ισοζύγιο με διεύρυνση της παραγωγικής βάσης και ανάπτυξη κλάδων υψηλής προστιθέμενης αξίας με στόχο την υποκατάσταση εισαγωγών. Εξάλλου, έκανε λόγο για διατήρηση της δυναμικής του τουρισμού με τη χρονική επέκταση της τουριστικής περιόδου, την αναβάθμιση του προϊόντος και την ανάδειξη νέων προορισμών.
Ο Γιάννης Στουρνάρας μίλησε επίσης για την ανάγκη καλύτερης στόχευσης της κοινωνικής πολιτικής της κυβέρνησης, ενώ για τα μέτρα στήριξης των εισοδημάτων επισήμανε ότι θα πρέπει να είναι προσωρινά. Για την αγορά εργασίας, είπε ότι θα πρέπει να δοθεί προτεραιότητα στην αύξηση συμμετοχής στο εργατικό δυναμικό, ενώ η έκθεση αναφέρεται στην ανάγκη προσέλκυσης μεταναστών για την κάλυψη κενών θέσεων εργασίας σε κλάδους όπως η γεωργία, οι κατασκευές και ο τουρισμός.
Τέλος, υπογράμμισε ότι η αντιμετώπιση του στεγαστικού προβλήματος είναι κρίσιμη και απαιτεί πολιτικές για την αύξηση της προσφοράς κατοικίας, μέσω αξιοποίησης του υφιστάμενου αποθέματος, άρσης διοικητικών εμποδίων και με τη διαμόρφωση ενός ολοκληρωμένου στρατηγικού σχεδιασμού.