Γιώργος Φλωρίδης
Το αξίωμα του Λε Κορμπιζιέ είναι απλό: ένα έπιπλο που τοποθετείται στο μέσο ενός δωματίου συνήθως χαλάει το δωμάτιο, γιατί εμποδίζει τους ανθρώπους να στέκονται στο κέντρο. Δεν χρειάζεται να έχεις ορίσει την αρχιτεκτονική ως σκέψη του μοντέρνου χώρου για να εικάσεις πως αυτό ισχύει και για την κατασκευή δικαστικών αιθουσών – για να υποθέσεις, με άλλα λόγια, ότι πολλές γυψοσανίδες, οι οποίες δεν θα επιτρέπουν στους διαδίκους να αποτελέσουν το επίκεντρο της δίκης των Τεμπών, θα καταστρέψουν το αφήγημα της κυβέρνησης, που διαλαλεί πως θέλει «να αφήσουμε επιτέλους τη Δικαιοσύνη να δώσει τις απαντήσεις της».
Ο Γιώργος Φλωρίδης, βέβαια, δεν έσπευσε να αναλάβει την ευθύνη για τον κακό υπολογισμό. Ούτε αποδέχθηκε πως τον βαραίνει, ως πολιτικό προϊστάμενο του υπουργείου Δικαιοσύνης, η επιτελική προχειρότητα – που φούντωσε κι άλλο τη δυσπιστία απέναντι στους θεσμούς.
Πήρε τ’ όπλο του, βγήκε στα τηλεπαράθυρα κι άρχισε να πυροβολεί όλους εκείνους που διαμαρτύρονται για τις συνθήκες διεξαγωγής της δίκης. Μόνο μετά το κομψό πρωθυπουργικό άδειασμα, στην τελευταία καθιερωμένη κυριακάτικη ανάρτηση, φρόντισε να χωρίσει τους παραπάνω σε καλοπροαίρετους και υπονομευτές της ακροαματικής διαδικασίας.
Ο ζήλος με τον οποίο υπερασπίστηκε όσα δεν έκανε – στον ομολογουμένως πολύ χρόνο που είχε για να διαμορφώσει το «Γαιόπολις» στη Λάρισα – δεν εξέπληξε κανέναν στο πολιτικό σύστημα. Παλιοί του σύντροφοι στο ΠΑΣΟΚ τον αποκαλούν «γενίτσαρο» όχι τόσο επειδή μετακινήθηκε στη ΝΔ, όσο γιατί επιτίθεται στους πολιτικούς της αντιπάλους με το μένος ενός τέτοιου, όπως εξηγούν. Κεντροδεξιοί που τον βλέπουν με κάποια συμπάθεια, πάλι, του αναγνωρίζουν πως ανήκει στη μειοψηφία των υπουργών που «δεν κρύβεται».
Εννοούν ότι υποστηρίζει στα μίντια το κυβερνητικό έργο, καθώς και οτιδήποτε αφορά το χαρτοφυλάκιό του, με συχνότητα που θυμίζει τα αδωνικά επίπεδα έκθεσης στις κάμερες.
Ηταν από τους τελευταίους πρώην κεντροαριστερούς που υπηρέτησαν με τη μεταγραφή τους τη μητσοτακική στρατηγική της διεύρυνσης προς το Κέντρο, προσχωρώντας στη ΝΔ ως εκπρόσωπος του πούρου εκσυγχρονισμού. Σήμερα, ενώ Μαξίμου και Πειραιώς αναζητούν τα πρόσωπα που θα στελεχώσουν τα γαλάζια ψηφοδέλτια της επόμενης εθνικής αναμέτρησης, το όνομά του εξετάζεται για την Α’ Θεσσαλονίκης – αν και 15 χρόνια εκλεγόταν με το Κίνημα στο Κιλκίς.
Και από την ανάποδη
Γιατί η ΝΔ σχεδιάζει να στρατολογήσει τους πάντες στη συμπρωτεύουσα, μια κι έχει ανάγκη από πολλή τροφή για τα κανόνια του υπερσυντηρητικού άκρου. Αυτός ενδέχεται να κληθεί ως δυνητικός εκφραστής κεντροδεξιών ψηφοφόρων.
Ωστόσο, στην ΚΟ της συμπολίτευσης τον αντιμετωπίζουν σαν «άλλον έναν πασόκο». Για την ακρίβεια, τον έχουν κατατάξει στην τρίτη κατηγορία των πασοκογενών στελεχών. Στην πρώτη, βρίσκονται όσοι χάρη στη διπλωματική τους προσέγγιση έχουν αποκτήσει καλές σχέσεις μαζί τους. Στη δεύτερη, τα κόκκινα πανιά εντός Μαξίμου, στα οποία οι βουλευτές χρεώνουν λανθασμένες εισηγήσεις, που κοστίζουν δημοσκοπικά στο κόμμα.
Στη δική του, εκείνοι για τους οποίους γκρινιάζουν συνέχεια επειδή, κατά τα λεγόμενά τους, «πρέπει να απολογούμαστε γι’ αυτόν». Παρότι θα περίμενε κανείς να τον έχουν αποδεχθεί, αφού η τηλεοπτική του παρουσία δεν διαφέρει ιδιαίτερα απ’ τον λεκτικό ακτιβισμό της Βούλτεψη στα πλατό των καναλιών, είναι ξένο σώμα στην τωρινή του παράταξη. Η εξήγηση γι’ αυτό κρύβεται στον ναρκισσισμό των μικρών διαφορών. Αν και φοράει την ταμπέλα του εκσυγχρονιστή, δεν αντιπαρατίθεται με μετριοπάθεια. «Το παίζει πιο δεξιός κι απ’ τους δεξιούς», λέει νεοδημοκρατική κοινοβουλευτική πηγή.
Ετσι ενοχλεί τους ανέκαθεν πιστούς στον πυρσό (και γιατί θεωρούν ότι δεν πείθει και γιατί μπαίνει στο γήπεδό τους). Λόγω του στυλ του ήταν αναμενόμενο η αντιπολίτευση να ζητήσει επιτακτικά την παραίτησή του «για το φιάσκο της δίκης των Τεμπών» (για τα πρακτικά, το αιτήθηκαν επίσης συγγενείς και συνήγοροι). Σύμφωνα με μια ανάλυση, ο φανατισμός του μουντζουρώνει το κεντρώο προφίλ της ΝΔ, το οποίο υποτίθεται ότι επιστρατεύτηκε για να ενισχύσει. Πώς; Η πολιτική του συμπεριφορά δίνει επιχειρήματα σε όποιους διατείνονται πως υπάρχει ακραίο Κέντρο, πως δεν είναι ένας παράδοξος ορισμός.
Παροικούντες την κυβερνητική έδρα δεν έχουν ακούσει επαίνους για τις επιδόσεις του. Αντιθέτως, έχουν προσέξει ότι συχνά ο ίδιος ο Πρωθυπουργός αναφέρει πως η ταχύτερη απονομή δικαιοσύνης παραμένει προτεραιότητα για την κυβέρνηση. Συνδυάζοντας τις δύο παρατηρήσεις, εκτιμούν πως δεν συμπεριλαμβάνεται στη λίστα με τους αποδοτικότερους του Υπουργικού Συμβουλίου. Ο Φλωρίδης, πάντως, επιμένει να αυτοσυστήνεται ως μεταρρυθμιστής. Μπορεί να πιστεύει ότι είναι ζωτικής σημασίας για τον θρίαμβο της μεταρρύθμισης αυτή να μην πετύχει ποτέ – να μείνει σλόγκαν, δηλαδή.